Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Θα σου πω ακριβώς τι έκανα αυτό το καλοκαίρι

Για αρχή, ξαναπήγα διακοπές σε νησί, που είχα να πάω από το 2004 (στους προηγούμενους Ολυμπιακούς).
Καθώς δεν είμαι και πολύ της παραλίας έτσι κι αλλιώς, είχα καιρό να εντρυφήσω στο να τσεκάρω παρουσίες στην άμμο και να ακούω αυτά που έλεγαν οι λουόμενοι μεταξύ τους. Ή στα κινητά τους. Δεν φταίω εγώ αν οι άλλοι φωνάζουν όταν μιλάνε…


Ας πούμε, σε μια παραλία της Πάτμου, είδα όλες τις ηλικίες και τις κατηγορίες ανθρώπων. Από παιδιά με τα κουβαδάκια τους, μέχρι και το εξής ζευγάρι: εκείνος σφίχτης, ξανθός, με ροζ μαγιό, εκείνη bimbo, ξανθιά με μαύρο μαγιό. Με συνεπήρε η επισταμένη συζήτησή τους για υγιεινή διατροφή και αμπούλες βιταμινών. Επίσης, η δίψα τους για αλύπητο μαύρισμα, 3 ώρες κάτω από τον ανελέητο ήλιο, χωρίς ίχνος σκιάς. Και δίπλα, ψυγειάκι με νερά και πράσινα μήλα.
Παραδίπλα, κάθεται ένας πατέρας, στη σκιά ενός πεύκου - προτιμά να ψήνει μόνο τον εγκέφαλό του, καθώς μιλάει ακατάπαυστα στο κινητό, κανονίζοντας επαγγελματικές λεπτομέρειες. Παρακάτω, στον ανελέητο ήλιο εννοείται, η κόρη χυμένη μπρούμυτα στην άμμο, με τη μάνα να την κάνει λαδοπόντικα από το τρίψιμο με αντηλιακό σπρέι.
Αργά το μεσημέρι, στον Κάτω Κάμπο, που έχει δίχτυ για βόλεϊ, μαζεύονται 4 αγοράκια-μαρίδες, να παίξουν. Ένας, ο μεγαλύτερος από ό,τι φαίνεται, υπολογίζει τη δύναμη των ομάδων: «Εσύ πόσο είσαι; 9 και 9, 18, εμείς 11 και 7, 18, καλά είμαστε, εντάξει.»
Στα Άλιντα της Λέρου, συχνάζουν οι γουίντσέρφερς και γενικά όσοι ασχολούνται με παρόμοιες δραστηριότητες. Ο αέρας είναι τόσο δυνατός που θαρρείς θα τους στείλει κατευθείαν απέναντι, στην Τουρκία. Ένας, είναι εξαιρετικός δεξιοτέχνης, δεν πέφτει σχεδόν ποτέ, τον χαζεύω που κρατάει το πανί λες και είναι μικρός χαρταετός, άνετα, χωρίς να προσπαθεί καν.


Εικόνες ξεγνοιασιάς.
Λέω να σταματήσω την τεμπελιά και να διαβάσω λίγο επιτέλους.
Κοιτάω το βιβλίο και αυτό με κοιτάζει πίσω: ποιόν κοροϊδεύω; Δεν έχω όρεξη να διαβάσω, προτιμώ να ρεμβάσω.
Τελικά αρχίζω, μιάμιση μέρα διακοπών μετά.
Αποφασίζω, κάποιες σελίδες αργότερα, ότι μόλις τελειώσω αυτόν τον Μουρακάμι, δεν θα ξαναδιαβάσω άλλον, για πολύ καιρό. Στη συνέχεια πέφτω με τα μούτρα στο «Νησί», της Χίσλοπ.
Ήθελα εύκολο διάβασμα το καλοκαίρι, ναι; Φάε τώρα τη μπούρδα στη μάπα. Αλλά οκ, έμαθα ότι οι Κρητικοί, αν τους ζητήσεις ένα ποτήρι νερό, το σερβίρουν με μια φέτα λεμόνι μέσα. Χο! Το πιο ενδιαφέρον βιβλίο του καλοκαιριού πάντως, ήταν το «Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς». Είχα και γω αυτή την ιδέα κάποτε, να γράφω 3 διαφορετικά πράγματα παράλληλα. Αλλά με πρόλαβε ο Coetzee. Διπλό Χο!
Ωστόσο, μου άνοιξε η όρεξη για γράψιμο (προφανώς). Κι έχω μόνο ένα μικρό τετράγωνο σημειωματάριο μαζί μου. I scribble. Όσο πιο έντονα σκάνε τα κύματα δίπλα στο αυτί μου, τόσο πιο γρήγορα πάει το χέρι μου. Δεν μου αρέσει να γράφω με το χέρι, γιατί να μην έχω και γω ένα μίνι λαπτοπάκι; Γράφω, και ταυτόχρονα τσεκάρω για κανένα ωραίο βότσαλο στην παραλία της Λάμπης, στην Πάτμο.




Το άλλο που μου είχε λείψει από το καλοκαίρι, είναι το «νοικοκυριό του ενοικιασμένου δωματίου». Εντάξει, σιχαίνομαι να μαγειρεύω (και) στις διακοπές, πόσο μάλλον να πλένω πιάτα, αλλά όταν έχεις μπαλκόνι με ανυπέρβλητη θέα στο γαλάζιο, είναι αμαρτία να μη φτιάχνεις όποτε, και όπως θες, τον καφέ σου και να τον αργοπίνεις, ρεμβάζοντας (άντε, και διαβάζοντας) ασταμάτητα. Και να αλληλοταϊζεσαι δροσερά φρουτάκια από το ψυγείο.
Και έξω, να είναι τόσο ήσυχα που να ακούς ακόμα και το θρόισμα των φτερών από τα πουλιά που πετούν. Κάποια βράδια δε, να μην διανοείσαι καν να αφήσεις το σπιτικό σου στο νησί για να βγεις έξω για φαϊ/ποτό...

Ουφ, καλοκαίρι.



Δεν ήταν όλα ήρεμα βέβαια, υπήρξαν και αναποδιές. Όχι, δεν εννοώ τον χωρικό που αποφάσισε να οργώσει το χωράφι στην πλαγιά ακριβώς κάτω από το δωμάτιο μου, με το μηχανοκίνητο υνί.
Τι να κάνω, ξυπνάω, φτιάχνω καφέ και τον παρακολουθώ πώς αργά και μεθοδικά, υπομονετικά, με σχέδιο, οργώνει το χωράφι του. Μέχρι που ετοιμάστηκα για παραλία και αυτός ακόμα εκεί. Όταν τελειώσει, μαζεύει τα υπάρχοντά του, σκαρφαλώνει στο ύψος του δρόμου, τινάζει τα πόδια του πατώντας με μανία την άσφαλτο αφήνοντας λευκά συννεφάκια σκόνης, λες και τον είχαν ζώσει φίδια και ήθελε να τα αποτινάξει, και καβαλάει τη φρέζα του. Επιτέλους ησυχία.

Ναι, αλλά αναποδιά εννοούσα να μπουν τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο νερό, μαζί με σένα. Και να μπλοκάρει το κουμπί του συναγερμού, να παίρνει μεν μπρος η μηχανή, αλλά το ίου-ίου-ίου να μην σταματάει με τίποτα, κι εσύ να βρεθείς να οδηγείς τελικά το κουδουνιστό αμάξι - στο ιερό (και ήσυχο) νησί της Αποκάλυψης… Τι προσπάθειες στεγνώματος του κλειδιού, τι κατσαβίδια και μπαμπάκια, τίποτα. Πάντα να έχεις μαζί ένα δεύτερο ζευγάρι κλειδιά μαζί, είναι τόσο απλό!
Ένα έχω να πω όμως, ούτε μισός έλληνας δεν κοντοστάθηκε να προσφέρει βοήθεια, μόνο κάτι γερμανοί σταμάτησαν, με πολύ ενδιαφέρον να κάνουν ό,τι μπορούν οι άνθρωποι. Τη λύση την έδωσε τελικά η Τογιότα, όχι επειδή έχω τέτοιο αμάξι, αλλά το customer service της λύνει και δένει! Καθότι, σε αυτή την περίπτωση, Ελπα, was not help-α.
Μ’αρέσει που κορόιδευα τον κλασικό ελληνάρα στον Πειραιά, που περιμένοντας να μπει στο πλοίο, καθόταν ατάραχος στο αυτοκίνητο με την πόρτα τέντα ανοιχτή - περνάει δίπλα ο άλλος με το φουσκωτό δεμένο από πίσω, την πήρε την πόρτα και την «άνοιξε» τέρμα, ώσπου ακούμπησε το φανάρι μπροστά…

Η σοβαρή αναποδιά πάντως είναι το σύστημα υγείας στα νησιά.
Εξαιρέσεις θα υπάρχουν φαντάζομαι, αλλά αν αρρωστήσεις ή πάθεις κάτι εκεί, καλύτερα να σκάψεις τον λάκκο σου και να περιμένεις το τέλος, παρά να ψάξεις να γιατρευτείς. Ας το περιγράψω λίγο ως ευτράπελο όμως: σκοντάφτεις σε βράχο, γυρίζει το πόδι, έρχεται και πρήζεται, πονάς αρκετά, πιστεύεις ότι το έσπασες.
Το ίδιο πιστεύει και ο αγροτικός ιατρός, ο οποίος σου βγάζει μεν την ακτινογραφία, αλλά δεν ξέρει να τη διαβάσει. Και δεν έχει ορθοπεδικό το νησί καρδιά μου… Πάρε το πλοίο και τράβα στο διπλανό νησί, που έχει κανονικό νοσοκομείο.
Να’μαστε και στο νοσοκομείο, ο ένας γιατρός θέλει να βάλει γύψο μέχρι το γοφό, ο άλλος πάλι όχι. Αποφασίζουν να σου τυλίξουν το πόδι με έναν επίδεσμο, και ευτυχώς που ήταν τελικά θλάση μαλακών μορίων του μεταταρσίου, και μπορείς τουλάχιστον να απολαύσεις τα μπάνια στις διακοπές σου. Τυχερέ. Υπάρχει βέβαια ελικόπτερο, που έρχεται και παίρνει τα σοβαρά και τα πηγαίνει στην Αθήνα. Σοβαρά όμως δεν εννοούμε τα κατάγματα, κι ας είναι όντως κατάγματα...
Τελοσπάντων, η καλύτερη ιδέα σε πολλά ελληνικά νησιά είναι τα δημοτικά πάρκινγκ. Είναι τόσο καλή ιδέα που απορώ για το γεγονός ότι όντως εφαρμόζεται.

Τώρα, κάπου μπαίνω στον πειρασμό να συγκρίνω τα δυο νησιά που επισκέφθηκα φέτος, Πάτμο και Λέρο, αλλά πορτοκάλια με μήλα δεν συγκρίνονται, είναι άλλο πράγμα.
Αν θέλεις γραφικότητα τύπου κυκλάδων, ρομαντζάδα με τον/την καλό/ή σου και κάποιες νύξεις κοσμικότητας, βάλε πλώρη για Πάτμο (που παρεμπιπτόντως, δε μου φάνηκε καθόλου κοσμική, και το λέω για καλό αυτό). Αν δεν ικανοποιείσαι με τα εύκολα και θέλεις διαφορετικά πράγματα, τράβα στη Λέρο. Ή δοκίμασε λίγο κι από τα δύο, όπως έκανα εγώ, χα.
Εντάξει, η Πάτμος είναι για καρτ-ποστάλ, λίγα είναι τα άσχημα μέρη, δεν μπορείς να μην την αγαπήσεις. Ειδικά τη Χώρα, με αυτό το συνδυασμό κυκλαδίτικο-δωδεκανησιακο-ενετικής αρχιτεκτονικής και από πάνω το μοναστήρι του Θεολόγου να δεσπόζει - κάστρο περισσότερο, παρά «εκκλησία»…




Στο μουσείο του μοναστηριού υπάρχει πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, αλλά και μια εικόνα της Παναγίας, πίνακας ιταλικής τεχνοτροπίας, δεν θυμάμαι τώρα περισσότερα, αλλά είναι πολύ ιδιαίτερη. Εντωμεταξύ, το μουσείο έκλεινε στη μία και μισή, αλλά από τη 1.15, ένας υπάλληλος πήρε το άζαξ και ένα πανί και άρχιζε να «κάνει» όλες τις προθήκες, αδιαφορώντας για τους επισκέπτες. 1.30 ήταν όλα γυαλισμένα και κλειδωμένα και τα φώτα σβηστά…
Καθώς φεύγουμε, παρατηρούμε γνωστή φωτογράφο, μαζί με φωτομοντέλο και βοηθό, να συζητά με εκπρόσωπο της Μονής, για κάποιο σούτινγκ, προφανώς. Τα επουράνια σε διαπραγμάτευση με τα εγκόσμια.
Στο Σπήλαιο δεν συγκινήθηκα τόσο, ίσως επειδή είχε περίεργο κόσμο εκείνη τη στιγμή, άνθρωποι που ακουμπούσαν τον βράχο, τον αγκάλιαζαν, τον φιλούσαν, με ιδιαίτερη ζέση, πρέπει να πω. Είναι κάποιες μέρες που τα πούλμαν στέκονται σερί έξω από την Αποκάλυψη, περιμένοντας να παραλάβουν τον κόσμο που είναι μέσα και προσκυνά.
Διάφορα εν τάχει: οι Πατηνιώτες είναι πολύ ευγενικοί, στα ραδιόφωνα ακούγονταν τούρκικοι σταθμοί και αρκετή εκκλησία. Υπάρχουν αμέτρητες κεραίες κινητής τηλεφωνίας, πολλοί ιερείς/μοναχοί στο τιμόνι αυτοκινήτου (λογικό, με τόσα μοναστήρια), λίγες καμπάνες ακούγονται αναλογικά με τα μοναστήρια που έχει η Πάτμος, ο δρόμος από τη Σκάλα προς τη Χώρα έχει πολλά ψηλά δέντρα, ωραία φύση, πράσινο που δίνει ανάσα στη ξεραΐλα του Αιγαίου. Η Ουκρανή που μας νοίκιαζε το δωμάτιο (και το καθάριζε, χωρίς ντροπή, όπως υπογράμμιζε), μας εξηγεί ότι υπάρχουν καλές και κακές Ουκρανές, ότι ήρθε πριν 10 χρόνια στην Ελλάδα και δεν βρήκε ρατσισμό (;), ότι λατρεύει το νησί και δεν αντέχει την Αθήνα…

Μερικές παραλίες ήταν εντελώς απογοητευτικές. Μερικές είχαν κινηματογραφικά ονόματα και αντίστοιχη ατμόσφαιρα, βοηθούντος του καιρού.
Περνάμε από τις Λεύκες. Φυσάει και είναι τόσο ερημικά που μου θυμίζει την παραλία του Φονιά στη Σαμοθράκη, πέτρα, ερημιά, αγριάδα, το όνομα να σε ανατριχιάζει από μόνο του. Αντίστοιχα, το όνομα της παραλίας του Λιβαδιού των Καλογήρων, πόσο τρομακτικό ακούγεται ένα λιβάδι από καλόγερους;
Και η ιδέα του να πάθει κάτι το αυτοκίνητο, καθώς κατεβαίνεις το στενό δρομάκι από το βουνό προς τη θάλασσα, μπρρ…Τα παραλέω ίσως, ίσως οι πέτρες να μην είναι τόσο επιβλητικές και αγριωπές όταν δεν φυσάει, ή απλά μπορεί να είναι μόνο σε μένα.
Όμως, έτσι όπως έσκαγαν τα κύματα στην παραλία και αποκάλυπταν τον (απότομο) βυθό, έβλεπες πέτρες στο σχήμα και το μέγεθος καρπουζιού να ξεπροβάλουν από μέσα, μαζί με φύκια. Ουφ... Ευχαριστώ, προτίμησα να σκαρφαλώσω στα άλλα βράχια, της στεριάς, με κίνδυνο να τρυπήσω τις σαγιονάρες μου και να γδάρω τα γονατάκια μου, για να αγναντέψω από ψηλά το σκηνικό του Λιβαδιού. Μετά, περπάτημα, ξυπόλητη πάνω στα μεγάλα βότσαλα της παραλίας, εκεί που σκάει η θάλασσα, αλλά και εκεί που έχει τριφτεί κι έχει γίνει λεπτό πετραδάκι. Το πόδι βουλιάζει μέχρι τον αστράγαλο και ξαναβγαίνει εκτός, σαν μασάζ και ξύσιμο της πατούσας μαζί. Τρέκλισμα στα μεγάλα βότσαλα, κουράστηκα, πόνεσαν οι καμάρες, μάζεψα 2-3 ωραίες πετρούλες και ξαναφόρεσα τις σαγιονάρες. Είχα την αίσθηση του βότσαλου στο μουδιασμένο πέλμα για κάποιες ώρες μετά…
Τα νερά στην Πάτμο ήταν όχι απλά παγωμένα, κατάπαγωμένα. Κα-τά-ψυ-ξη.

Η Λέρος τώρα…
Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό είναι τα φασιστικά κτήρια στο Λακκί. Μισό λεπτό να εξηγήσω.
Οι Ιταλοί κατέχουν τα Δωδεκάνησα την περίοδο του μεσοπολέμου, του Μουσολίνι του αρέσει η Λέρος, το Λακκί είναι το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι της ΝΑ Μεσογείου με τόσο βαθιά νερά, αναθέτει λοιπόν στους κατάλληλους ανθρώπους τη διαμόρφωση και ρυμοτομία της πόλης, και έχουμε ως αποτέλεσμα ένα σύνολο κτηρίων στο ρυθμό του Διεθνούς Στυλ, με θαυμάσια παράταξη γύρω από την τεράστια παραθαλάσσια προμενάδα. Η καρδιά του νησιού (και του πολέμου) χτυπάει σε ένα, αν μη τι άλλο, όμορφο τοπίο…







Τώρα βέβαια όλα αυτά εγκαταλείφτηκαν και στέκονται ρημαγμένα και έρημα, ατενίζοντας τη θάλασσα. Προσπαθούν να τα ανακαινίσουν, κάπως να τα χρησιμοποιήσουν, πολύ φοβάμαι ότι μάλλον θα τα καταστρέψουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και θα είναι τόσο κρίμα. Το Λακκί της Λέρου θα μπορούσε να γίνει πρώτης τάξεως - για διεθνούς εμβέλειας μιλάμε - μαρίνα, με πρωτοκλασάτο τουρισμό, πρωτότυπα μουσεία, χώρους αναψυχής και μπλα μπλα μπλα. Κουράζομαι όταν σκέφτομαι τι θα μπορούσε να γίνει στην Ελλάδα και τι πραγματικά γίνεται στο τέλος (τίποτα).
Κυρίως, θα ήταν ένα πολύ ωραίο μέρος να σε υποδεχτεί, με το που φτάνεις στο νησί αλλά και ένα καταπληκτικό μέρος να μείνεις, να κάνεις τις βόλτες σου, να φας και όλα αυτά. Αξίζουν μια δεύτερη ματιά αυτά τα ερείπια που τα καίει ο ήλιος και ξεφλουδίζει την ωραία τους ώχρα… Γιατί αυτά να μην έχουν ανακηρυχθεί κάποιου είδους μνημεία, να τα προσέξει και να τα αναλάβει κάποιος διεθνής οργανισμός να αναδειχτούν κάπως;;

Προχωρώντας πιο μέσα, βλέπεις παραλιακά μέρη τύπου Λούτσα, Ωρωπός, τίποτα το ιδιαίτερο δηλαδή, όλη η Ελλάδα μια πηγμένη παραλία, ένα στενό δρομάκι με μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα κι από πάνω ταβέρνες, καφετέριες και σούπερ μάρκετ.
Όμως υπάρχουν και ωραία μέρη, μερικά είναι και πολύ συγκινητικά μάλιστα.
Πολύ ωραία είναι τα δωδεκανησιακά αρχοντικά στον Πλάτανο, τα στενά ανηφορικά δρομάκια που οδηγούν στο ενετικό κάστρο - το κάστρο, που είναι κατάφωτο το βράδυ.
Πανέμορφο και το εκκλησάκι του Άγιου Ισίδωρου που είναι σαν το Ποντικονήσι στην Κέρκυρα, λίγο πιο μικρό: μια μακριά και λεπτή, φιδίσια γλώσσα προκυμαίας, που όταν φυσάει την καλύπτουν τα κύματα και χάνεις την ισορροπία σου από τον αέρα, σε οδηγεί από τη στεριά μέσα στη θάλασσα, όπου πάνω στα ερείπια μια παλαιοχριστιανικής εκκλησίας είναι χτισμένος ο εν λόγω ναΐσκος. Και γύρω-γύρω στα βράχια, μέσα από τα κρυστάλλινα νερά, βλέπεις ολόκληρες ομάδες από αχινούς, ξεχωρίζουν ακόμα και οι ακτίνες τους όταν δεν φυσάει, μαύρες μουτζούρες πάνω στα ανοιχτόχρωμα βράχια.
Συγκίνηση, ίσως και κατάνυξη ένιωσα στο πολεμικό μουσείο της Λέρου, που δεν είναι σαν κανένα άλλο (στον κόσμο;!).

Δεν είναι ένα συνηθισμένο οίκημα, είναι ένα τούνελ σκαμμένο στο βουνό, προχωράς μέσα και έχει ψύχρα, προχωράς και σκέφτεσαι όσα έχουν συμβεί σ’αυτό το νησί, ο πόλεμος, οι βομβαρδισμοί, η βύθιση του ελληνικού πλοίου, η γερμανική κατοχή – όλα μοιάζουν τόσο πρόσφατα, καθώς κοιτάς τα χιλιοτρυπημένα από τις σφαίρες κράνη, τα θραύσματα αεροπλάνων που έχουν ανασυρθεί από τη θάλασσα, τα φορεία, τις στολές, τα σκεύη για το συσσίτιο.
Μέσα σε εκείνο τον μικρό, στενό χώρο νιώθεις στο πετσί σου την αγωνία και τον αγώνα εκείνων των ανθρώπων, θέλεις να βγεις να πάρεις αέρα, αλλά και κάτι σε κρατάει μέσα, για μια τελευταία δέηση.

Εντωμεταξύ, για να πας για μπάνιο στην άλλη πλευρά του νησιού, περνάς έξω από τη στρατιωτική βάση και βλέπεις ζωντανούς, σύγχρονους στρατιώτες και αληθινά όπλα και τανκς. Περίεργες εναλλαγές, περίεργο συναίσθημα.

Κάπως αντίστοιχη με του μουσείου είναι και η συγκίνηση στο αγγλικό νεκροταφείο. Εδώ βέβαια βρίσκεται ξεσκέπαστος, κάτω από τον ωραίο ήλιο, βλέπεις τη θάλασσα και τους σέρφερς απέναντι, έχεις πιει τον καφέ σου στο διπλανό μαγαζί και ξεκινάς να πατάς το καταπράσινο καλοκουρεμένο γρασίδι.
Οι νεκρικές πλάκες είναι όρθιες, ευθυγραμμισμένες στην κλωστή, με φυτεμένα, φροντισμένα λουλουδάκια μπροστά. Δεν πιστεύεις ότι συνέβη κάτι άσχημο εκεί το 1943, μέχρι που βλέπεις τις ηλικίες, «αγαπημένος γιος, ετών 19», και πάει λέγοντας…



Χαρούμενες διακοπές πέρασα, ε;
Ας μην αναφέρω τίποτα για το ψυχιατρείο τότε, αλλά θα πω για την εκκλησία της Αγίας Ματρώνας ή Κιουράς στο Παρθένι, όπου τις τοιχογραφίες τις έκαναν οι εξόριστοι της επταετίας στη Λέρο, χρησιμοποιώντας ως μοντέλα απλούς ανθρώπους. Πρόκειται για μοναδικό μνημείο, μια μαρτυρία πολιτισμού, μια κληρονομιάς που είναι εκεί για να υπενθυμίζει, εκεί όπου το εντελώς ανθρώπινα ζωγραφισμένο πρόσωπο του Χριστού και της Παναγίας σου προκαλεί μια διαφορετική κατάνυξη, καθώς συλλογίζεσαι τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτά δημιουργήθηκαν.
Οπωσδήποτε αξίζει κάποιος να επισκεφθεί και το λαογραφικό μουσείο, στον Πύργο Μπελένη, που είναι εκτός αρχιτεκτονικού τόπου και χρόνου οίκημα, αλλά δεν πειράζει, έχει μικρούς θησαυρούς μέσα και προσφέρεται για φωτογραφίες του στυλ «έχω ένα αρχοντικό με μεγάλη αυλή, θες να δεις;» στην εξώπορτά του.
Εκτός από τα φωτισμένα ξύλινα σκάφη και το ανεμοδαρμένο μπαράκι Φάρος, ακριβώς κάτω από το φάρο στο λιμάνι της Αγίας Μαρίνας, το άλλο πιο ευχάριστο πράγμα στη Λέρο είναι το πόσο ευγενικοί και φιλόξενοι είναι οι άνθρωποι!
Καθόμαστε για ένα απλό καφέ, αυτοί μας κέρνανε φρέσκια καρυδόπιτα. Αγοράζαμε τυρόπιτες, δώρο ένα σταφιδόψωμο, και άλλα τέτοια.
Το πιο cult πράγμα στη Λέρο ήταν που σε όλα σχεδόν τα παραλιακά μαγαζιά στα Άλιντα, υπήρχε ζωντανή μουσική – ένα όργανο τύπου αρμόνιο κι ένας τραγουδιστής της συμφοράς - καραόκε στη χειρότερή του μορφή.
Από παραλίες, δεν ξέρω ακριβώς να πω, τις γύρισα όλες, αλλά κάθισα σε λίγες, είμαι δύσκολη σε αυτό το θέμα. Τα νερά ήταν θαυμάσια, οι πέτρες και τα βότσαλα ωστόσο πολλά. Τα Δυο Λισκάρια μάλλον ήταν η ομορφότερη συνολικά, και με αυτό εννοώ τη διαδρομή, αλλά και το ωραίο μπιτσόμπαρο από πάνω. Και στο δρόμο προς το τούνελ μπορείς να βρεις ωραιότατους ορμίσκους, όπου θα είσαι και σχεδόν μόνος σου μάλιστα. Η Γούρνα μου άρεσε για την άπλα της και την περίεργη άμμο της (και επειδή πας, πας πας και δε βαθαίνει ποτέ).
Δεν περίμενα να το γράψω εγώ αυτό, αλλά είναι ωραία να γυρίζεις το νησί με αυτοκίνητο, και να χαμηλώνεις ταχύτητα στα σημεία που οι ευκάλυπτοι δημιουργούν ψηλές αλέες, δεξιά και αριστερά του δρόμου. Ωραίο πράγμα να έχει και πράσινο το νησί.

Πολλά πράγματα πρόλαβα και είδα στη Λέρο, τώρα που το σκέφτομαι, δεδομένου ότι έμενα σε ένα παλιό αρχοντικό, με μεγάλη αυλή-κήπο, στην οποία άραζα και διάβαζα και δεν είχα όρεξη να σηκωθώ για να βγω. Ψηλά δέντρα γύρω-γύρω, τα φυλλώματα τους να συναντιούνται και να θροΐζουν όταν φυσάει, τα πουλιά να τιτιβίζουν, φρεσκοστυμμένος χυμός στο ποτήρι, ειδυλλιακά πράγματα... Χάθηκε να έχω ένα τέτοιο σπίτι, να φιλοξενώ φίλους τα καλοκαίρια;
Και τα δυο νησιά πάντως έχουν ωραίο φαγητό. Και παρόμοια παραδοσιακή τυρόπιτα, και πουγκιά γεμισμένα με μέλι, κανέλα και ξηρούς καρπούς.
Όπως κάθε επισκέπτης της Πάτμου που σέβεται τον εαυτό του, θα αναφερθώ και γω στον Μπενέτο. Με εκνεύρισε που τον πρότειναν όλοι οι οδηγοί, και παντού τόσο καλά λόγια, και να πρέπει να κλείσεις τραπέζι 2 μέρες πριν… Και δεν βρίσκεται και σε κανένα όμορφο χώρο το εστιατόριο του, σιγά πια! Όμως η μαγειρική του, αχ…
Αν αποτιμήσουμε τη γεύση σε τιμές, ήταν από τα πιο άξια λεφτά που έχω δώσει ποτέ για φαί. Όχι απλησίαστα ακριβό ωστόσο, εξού και οι 2 αστεράτες γαστρονομικές επισκέψεις κατά την παραμονή στο νησί.
Εκεί δοκίμασα την πιο βελουτέ και εύγευστη ψαρόσουπα που έχω φάει ποτέ! Οι γεύσεις, λαχταριστές, πεντανόστιμες, οι συνδυασμοί ψαγμένοι, αλλά όχι εξεζητημένοι, τα δε αρώματα των φαγητών έφερναν τους σιελογόνους αδένες σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Ουφ, το μαγιάτικο στη λαδόκολλα θα’θελα να μάθω να το φτιάχνω και γώ… Και τα μεσογειακά ορεκτικά ήταν ωραία, τρομερό το καρπούζι με προσούτο, κατσικίσιο τυρί και παξιμαδάκια με μυζήθρα. Πόσο θα ήθελα να έχω τον κηπάκο με τα λαχανικά μπροστά, ναι, και ένα μικρό γκουρμέ εστιατόριο σε νησί! Δίπλα μου μιλάνε τούρκικα, παραδίπλα είναι γάλλοι, η γαλλίδα σερβιτόρα εκθέτει το μενού στη μητρική της γλώσσα. Chapeau!
Όμως, επειδή το γκουρμέ δεν έχει να κάνει απαραίτητα με ακριβές τροφές και βιοκαλλιέργειες, οφείλω να πω ότι το καλύτερο εστιατόριο της Πάτμου ήταν αυτό στην παραλία της Λάμπης… Φάτσα-κάρτα ο Αιγαίος Ωκεανός (τόσο μπλε και απέραντο μου φάνηκε εκείνο το κομμάτι θάλασσας), τραπεζάκια πάνω στα περίφημα βότσαλα, οι πιο ευγενικοί άνθρωποι, τα πιο φρέσκα ψάρια (σάρπα, we love u) με τον πιο ωραίο τρόπο ψημένα. Και χόρτα, πατάτες, μπύρες. Τι μισελέν και μαλακίες…
(Ας το πω κι αυτό, το μόνο που με χάλασε εκεί είναι το live cd Notis, αλλά με τόσο καλό και φρέσκο φαί για 40 ευρώ τα δύο άτομα, ακούω ακόμα και Γονίδη.)
Τι έπαθα με αυτή την παραλία της Λάμπης, δεν ξέρω.
Αφού δεν μπήκα κιόλας στη θάλασσα, φοβάμαι τις κροκάλες όταν συνδυάζονται με αέρα και κύματα. (Φοβάμαι υπερβολικά τη θάλασσα, προτιμώ να μην πολυμπαίνω μέσα.) Αλλά μ’αρέσει να κάθομαι έξω, εκ του ασφαλούς, να κατατρώγω με το βλέμμα μου τον ορίζοντα του ανοιχτού πελάγους, τη σχεδόν ευθεία γραμμή της παραλίας, με τους 2 αιολικούς ανεμόμυλους να στροβιλίζουν τις ακτίνες τους στη μια πλευρά, και από την άλλη, τη μικρή τσιμεντένια προκυμαία, που τσαλαβουτούν παιδιά. Και απέναντι, στη μέση, μέχρι μέσα βαθιά, τα άσπρα αφριστά κυματάκια, τα τόσο τρομακτικά για μένα…
Είχε και ένα ωραίο μπαρ εκεί, χαλαρό. Το παιδί που παίρνει άτσαλα τις παραγγελίες, τσαλαβουτούσε λίγο πριν με τους φίλους του στην προκυμαία. Μας κερνούν κόκκινο σταφύλι. Την επόμενη φορά, ξαπλώνουμε στην ξαπλώστρα της πρώτης σειράς – αφού σε λιώσει ο ήλιος, δροσίζεσαι με παγωτάκι.
Να επιστρέψω στα γαστρονομικά όμως.

Στη Λέρο που λες, μένουν μόνιμα πολλοί ξένοι, και δη Ιταλοί. Η Giusi είναι μια από αυτούς, που τυγχάνει και καλή μαγείρισσα. Να φας πάστα από τα χεράκια της, μμ, βασανιστικό και μόνο να το σκέφτομαι, τώρα που είμαι μακριά… Βραδιές ευωχίας στο πάντα φίσκα εστιατόριο της. Χειροποίητα και τα ιταλικά γλυκά! Εκείνο το σεμιφρέντο φταίει που στένεψε το σορτσάκι, σι, αμόρε μίο.
Ωραίο το φαγάκι και τα θαλασσινά στο Μύλο, στην Αγία Μαρίνα, ωστόσο το δυνατότερο χαρτί του εστιατορίου αυτού νομίζω πως είναι η τοποθεσία, πάνω στο κύμα, με θέα τα σκάφη απέναντι. Στο μισό μέτρο από το κύμα είναι και τα τραπεζάκια του Il Forno, αν και δε λέει κάτι ιδιαίτερο από φαγητό. Χορταίνεις όμως (που λέει ο λόγος) μόνο από τη θέα και το πλατς-πλουτς της θάλασσας στα πόδια σου.
Κι αν αργήσουν να έρθουν οι παραγγελίες, παίζεις και ένα Γκρινιάρη, από την μεταλλική συσκευασία-δωράκι της Ελευθεροτυπίας.
Μόνο να μην είχα όλο τον κόσμο να μου λέει τώρα που γύρισα, ότι «δεν μαύρισα και πολύ τελικά», τι καλά που θα ήταν…



Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Δεκαπενταύγουστος

Ψυχή στην Αθήνα.
Λίγο μετά τις 8.30 αρχίζουν και κλείνουν τα καταστήματα, όσα ήταν ανοιχτά.
Ανηφορίζεις στο Κολωνάκι και ακούς μόνο τον ήχο σιδερένιων ρολών που σκάνε στο πεζοδρόμιο με θόρυβο. Κλειστά λόγω θέρους.
Νομίζεις ότι πρωταγωνιστείς σε γουέστερν, πίσω από τα κλειστά πατζούρια σε παρακολουθούν ζευγάρια ματιών και στους δρόμους κυλάνε μπάλες από άχυρα, καθώς τα παρασέρνει ο αέρας στην ερημιά (κλεμμένο αυτό).
Με το τουφέκι ψάχνεις ανοιχτό μαγαζί να κάτσεις για ένα καφέ – πού; στη Σκουφά! Ναι, και το Ρόουζμπαντ κλειστό. Ο πεζόδρομος των Δελφών ωστόσο δεν σε απογοητεύει ποτέ (ε ρε αυτός ο πεζόδρομος!), στάση εκεί για ανεφοδιασμό, ποτά, βεσέ και τέτοια, μέχρι να βρούμε κάποιο ξεστρατισμένο καραβάνι να μας κατεβάσει μέχρι Ομόνοια…
(Ο ταξιτζής ακούει John Legend και Nelly Furtado, γιατί όχι; Κανένα φανάρι δεν μας πετυχαίνει, οι δρόμοι είναι αδειανοί, σφαίρα μέχρι το σπίτι, κι αύριο στο τρένο, θα είμαι σαν στο σαλόνι του σπιτιού μου, άνετα…).

Σάββατο 19 Ιουλίου 2008

looking out for love




Ο Ορλάντο Μπλουμ ψάχνει την Elizabethtown (και μια μεγάλη αγάπη, ενδεχομένως), μέσω του αυτοκινητοδρόμου 60Β, ακούγοντας το Big Love των Fleetwood Mac, στη σόλο εκτέλεση του Lindsey Buckingham.
Τι τραγούδι, τι αναμνήσεις… (και τι βίντεοκλιπ! αρχική εκτέλεση: 1987, Tango In the Night).

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

I’m not your bitch, don’t hang your shit on me

Hello blog, I missed you.
Επίσης, ήθελα να διαπιστώσω αν ακόμα θυμάμαι τους κωδικούς εισόδου (οριακά, έκανα λάθος και μπήκα με τη δεύτερη).
Επιπλέον, να εκφράσω την ανείπωτη χαρά μου, που κρατάω το εισιτήριο της αθηναϊκής συναυλίας της Μαντόνα στα χέρια μου. Μόνο εσύ δεν θα με πεις τρελή όταν σου πω ότι, εντωμεταξύ, είχα ήδη βγάλει εισιτήριο για τη συναυλία της στο Λονδίνο, 16 μέρες πριν της Αθήνας, αλλά καιρό πριν φιξαριστεί η συναυλία της εδώ.
Να κάνω και μια ρητορική ερώτηση επί τη ευκαιρία; Γιατί υπάρχουν τόσοι έλληνες τόσο στριμάντεροι (να μη γράψω άλλη λέξη) και δήθεν κουλτουριάρηδες, που αντί να αντιμετωπίσουν τη συναυλία αυτή σαν τη διασκέδαση που είναι, την έχουν αναγάγει σε μείζον κοινωνικό ζήτημα προς ανάλυση; (ξεκινώντας από τον πανικό της προπώλησης εισιτηρίων) Φαντάσου τι έχει να γίνει μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου…


(προς το παρόν, τσέκαρε βιντεάκι για να μάθεις κινήσεις και να προετοιμαστείς ψυχολογικά για αυτό που σε περιμένει)


Που λες μπλογκ μου, με αφορμή τα 2 εισιτήρια, ακόμα και οι φίλοι με είπαν τρελή, όχι όλοι, αλλά πολλοί τελοσπάντων. Σε κάθε περίπτωση, είναι καλύτερο να ακούς για τα ελαττώματα σου από τους φίλους παρά τους εχθρούς σου, ναι. Τι θα κάνω τώρα, που οι φίλοι άρχισαν να φεύγουν για διακοπές; Που μου λείπουν και νιώθω μόνη; (λες γιαυτό να στράφηκα πάλι σε σένα; Χμ..)
Υπάρχει ένας χάρτης στο μυαλό μου, με περιοχές της Αθήνας και λαμπάκια που αναβοσβήνουν στα μέρη που μένουν γνωστοί και φίλοι. Σαν χάρτης της Δεη να φανταστείς, που νοερά έστω τον χρησιμοποιώ όταν νιώθω εγκλωβισμένη και θέλω να βγω για να ξεφύγω. Τι κι αν είναι στου διαόλου τη μάνα η Βουλιαγμένη από κει που μένω εγώ; Επειδή μένει ο τάδε, για μένα είναι ένα λαμπάκι ανοιχτό - αν μου τη βαρέσει, μπορώ να τραβήξω προς τα κει (κι ας το κάνω σπάνια!). Δηλαδή, δεν έφτανε που το καλοκαίρι μου είναι αφόρητα δύσκολη εποχή, επιτείνονται και οι τάσεις μου για (δια)φυγή...
Ευτυχώς να λέω που υπάρχουν πολλά λαμπάκια κοντά στη περιοχή που μένω εγώ, για να μη χρειάζεται κάθε τόσο να ξενιτεύομαι, οπότε μην ανησυχείς (γιατί χάνομαι κι εύκολα στους δρόμους). Όμως τώρα που οι άλλοι λείπουν, τα λαμπάκια περιορίζονται, πολλές διέξοδοι διαφυγής αποκλείονται για μένα! Εγωίστρια που είμαι, άσε τους ανθρώπους να χαρούν όπου κι αν βρίσκονται. Κι εγώ θα φύγω άλλωστε.
Μελαγχολία του καλοκαιριού μάλλον, ενόψει καύσωνα και καθώς το κοντέρ της αντίστροφης μέτρησης για διακοπές κατεβάζει μανιασμένα (ευτυχώς!) τα νούμερα του…

Και ένα βιντεάκι, που κανονικά είναι σεπτεμβριάτικο, αλλά ταιριάζει τώρα στη διάθεσή μου.

(Και, ναι μπλογκ μου, έστω και μετά από ένα μήνα αδράνειας, βλέπεις ότι μπορώ ακόμα με ευκολία να γεμίσω μια σελίδα με ασυναρτησίες.
- Αχ, γιατί να μην είναι τώρα η συναυλία της Μαντόνα;
- Υπόσχομαι να μη σε ξαναταλαιπωρήσω για εύλογο χρονικό διάστημα.
Φιλιά, του μηνός Ιουλίου.)

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Τρεις μήνες διακοπές

Ευσεβείς πόθοι...
Αλλά, αφού δεν μπορώ εγώ, λέω να στείλω το μπλογκ για μεγάλες διακοπές.
Κι αν μου λείψει, θα του γράψω γράμμα. Ή θα στείλω καρτ-ποστάλ.
Ραντεβού το Σεπτέμβρη;
Καλό καλοκαίρι

a prayer

Love rescue me
Come forth and speak to me
Raise me up and don't let me fall
No man is my enemy
My own hands imprison me
Love rescue me

Many strangers have I met
On the road to my regret
Many lost who seek to find themselves in me
They ask me to reveal
The very thoughts they would conceal
Love rescue me

In the cold mirror of a glass
I see my reflection pass
See the dark shades of what I used to be
See the purple of his eyes
The scarlet of my lies
Love rescue me

[I've conquered my past
The future is here at last
I stand at the entrance
To a new world I can see
The ruins to the right of me
Will soon have lost sight of me
Love rescue me ]

Σάββατο 31 Μαΐου 2008

Forbidden Love (R we supposed 2B 2gether?)

αποχαιρετισμοί: κάτι πράσινο, κάτι κόκκινο και κάτι ροζ

Αποχαιρετισμός στην άνοιξη.
Τυπικός και επίσημος, αφού ο ουσιαστικός έγινε από τη στιγμή που το βάρβαρο καλοκαίρι, με τις άκρως υψηλές θερμοκρασίες του, έδιωξε κλωτσηδόν και από νωρίς την τελευταία αναλαμπή μιας ενδιάμεσης εποχής μετά το χειμώνα.
Το θέμα δεν είναι αυτό όμως, αλλά μια σαλάτα με σπανάκι και φράουλες, οι τελευταίες φράουλες για φέτος.
Και δεν θέλω μούτρα, είναι φοβερή συνταγή αυτή, όποιος τη δοκιμάζει καταλαβαίνει (αρκεί να την δοκιμάσει, χωρίς προκαταλήψεις). Δεν την εμπνεύστηκα εγώ φυσικά, δεν κάνω τέτοια πράγματα, έτοιμη τη βρήκα. Αξίζω όμως ένα κρέντιτ που την ανέδειξα και τη σέρβιρα ωραία…
Ο συνδετικός κρίκος και το σημείο κλειδί στη συνταγή, είναι το ντρέσινγκ: λάδι, ζάχαρη, λευκό ξίδι, κάτι σαν σπονδή σε ιερό πνεύμα. Και τι πίνουμε;
Κάτι νεο-κοσμικό, ας πούμε αργεντίνικο, προσιτό αλλά αξιόλογο, Trivento Merlot-Malbec Rose.
Εντάξει, τέτοια κορυφαία συνάντηση φρούτου-λαχανικού μάλλον με κάποιο αφρίζον θα άξιζε να τιμηθεί, αλλά το εν λόγω κρασί άνετα συνόδευε και το επόμενο πιάτο, που είχε ελαφριά κόκκινη σως, άρα, ας είμαστε και πρακτικοί. Άσε που είναι και φρουτώδες, να δένει με τη φράουλα, έχει και τανίνες, να δένει με το «πιπέρι» του σπανακιού.
Άντε γεια λοιπόν, οι εποχές αλλάζουν…

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

ο Ασπροφίδης και η Κουφή Λεοπάρδαλη




"Βάζεις κάποιες ζάχαρης για μένα
Ooh, στο όνομα της αγάπης
Βάζεις κάποιες ζάχαρης για μένα
C'mon φωτιά μου μέχρι
Βάζεις κάποιες ζάχαρης για μένα
Αχ, δεν μπορώ να μπω αρκετά
Είμαι ζεστό, γλυκό κολλώδης
Από το κεφάλι μου στα πόδια μου, yeah"






"Είναι αυτή η αγάπη που αισθάνομαι
Είναι αυτή η αγάπη που έψαχνα
Είναι αυτή η αγάπη ή είμαι εγώ που ονειρεύομαι,
Αυτό πρέπει να είναι η αγάπη,
cos its really got a hold on me,
A hold on me..."



(βρε, λες;...)

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

Θουκυδίδης Βαλεντής


Αν είχα κληρονομήσει (λέμε τώρα) ένα σπίτι που το έφτιαξε πριν 60 περίπου χρόνια ένας από τους σημαντικότερους – πλην όμως, άγνωστους, διότι σιγά μην ασχολούμαστε με τέτοια – έλληνες αρχιτέκτονες, θα το έδινα τώρα αντιπαροχή;
Δεν έχω ιδέα τι δίνει ως αποζημίωση το ελληνικό κράτος για κτήριο που αποτελεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, το οποίο κανονικά δεν θα έπρεπε να μπορεί να απαλλοτριωθεί, εσένα όμως είναι περιουσία σου. Σίγουρα ξέρω ότι αν δεν έχεις σπίτι να μείνεις, με την αντιπαροχή αποκτάς και ένα δεύτερο σπίτι να πουλήσεις, επομένως το παραπάνω ερώτημα ηχεί ρητορικό.
Πάντως, η εικονιζόμενη οικοδομή, έργο του αρχιτέκτονα Θουκυδίδη Βαλεντή, δέσποζε κυριολεκτικά στην πλατεία Παπαδιαμάντη, κι ας μη φαινόταν κάτι το ιδιαίτερο εκ πρώτης όψεως, κατά την προσωπική μου, μη επιστημονική άποψη. Αλλά και μόνο περνώντας από κει, κουβαλώντας ψώνια από το σούπερ μάρκετ, ή βολτάροντας για παγωτό στην περιοχή, συναισθανόσουν ότι υπήρχε απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον. Ίσως ήταν η κούρμπα της οικοδομής σε συνδυασμό με τη στρογγυλάδα της πλατείας. Ή ο αέρας που «έβλεπες» να περνάει ανάμεσα στο κτήριο και τα άλλα σπίτια, ή ίσως ακόμα, το χαμηλό ύψος σε σχέση με τα υπόλοιπα, εξίσου χαμηλού ύψους οικοδομήματα, που έδιναν ανθρώπινο μέτρο στο χώρο.
Τώρα βέβαια το σύνολο σχεδόν των πανέμορφων μονοκατοικιών έχει γκρεμιστεί και τη θέση τους έχουν πάρει διάφορες τερατώδεις σομόν, κίτρινες, κιλοτί πολυκατοικίες, με γύψινα κολωνάκια και χτισμένα μπάρμπεκιου στα μπαλκόνια.
Πριν 2 το πολύ χρόνια κατεδαφίστηκε και το έργο του Βαλεντή, άκουγες τον ήχο της μπουλντόζας αλλά δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα γιαυτό.
Ο μόνος τρόπος για να πάρεις μια ιδέα πώς περίπου ήταν αυτή η πρώην όμορφη γειτονιά της Αθήνας, είναι να κάνεις μια βόλτα στην Αγίας Λαύρας - μέχρι το ύψος του αστυνομικού τμήματος θα παρατηρήσεις τις, αρκετές ευτυχώς ακόμα, πρώην μονοκατοικίες, νυν παιδικούς σταθμούς, μπυραρίες, κρεπερί. Γοητευτικά οικοδομήματα, με μυστήριες αυλές, σκιασμένες από παχιές παλιές πρασινάδες, λίγα μόνο μέτρα πάνω από την γκρι Πατησίων.
Για να αντιληφθείς όμως αυτόν τον ανύπαρκτο πλέον, βιώσιμο τρόπο ζωής/ αρχιτεκτονικής/ αισθητικής, μόνο σε κάποιες εκθέσεις μπορείς να πας.
Μέχρι να αποφασίσω να γράψω αυτό το ποστ, το αφιέρωμα του μουσείου Μπενάκη στον Θουκυδίδη Βαλεντή μπορεί και να έχει τελειώσει. Νομίζω όμως ότι διαρκεί μέχρι τις αρχές Ιουνίου. Ωστόσο, υπάρχει μια φροντισμένη και περιεκτική έκδοση να πάρεις σπίτι και να περιεργαστείς με την ησυχία σου (από κει είναι και η φωτό).
Επίσης, η ΕΤ1 προβάλλει τις Παρασκευές στις 18.30 τα «Πορτρέτα και διαδρομές Ελλήνων αρχιτεκτόνων», τέτοια ώρα ούτε με σφαίρες να δω τηλεόραση, το βίντεο ποτέ δεν έμαθα να το προγραμματίζω, όμως! ευτυχώς υπάρχει το ίντερνετ.
Εδώ, η εκπομπή για τον Βαλεντή, εδώ η εκπομπή για την Αναστασία Τζάκου - ελληνίδα αρχιτέκτονας της δεκαετίας του ’60, αυτό είναι επίτευγμα, όχι μαλακίες.
Τα έργα της είναι σοφά σχεδιασμένα, οι εσωτερικοί χώροι στα δημόσια κτήρια που έκανε (κυρίως της Εθνικής Τράπεζας) είναι αριστούργημα, ο δε τρόπος που μιλάει στη συνέντευξη είναι συναρπαστικός, μοναδικός. Αξίζει να παρακολουθήσεις την εκπομπή και μόνο για την αφήγηση και τις ιστορίες που λέει.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

όλα ήταν ψεύτικα, θέατρο



Έκλεισε και η φετινή θεατρική χρονιά (για μένα, όχι ότι δεν παίζονται έργα ακόμα).
Το λέω με κάποια ανακούφιση, δεδομένων όλων αυτών των ωρών που επένδυσα σε θεατρικές παραστάσεις (η χρηματική επένδυση δεν παραλείπεται, εννοείται).
Τι τους έπιασε όλους φέτος να ανεβάσουν τόσο μεγάλα σε χρονική διάρκεια έργα; Και χωρίς διάλειμμα τα περισσότερα από αυτά.
Ανακούφιση επίσης και από το στρίμωγμα σε παράξενα πατάρια, επικλινείς σοφίτες, στενά καθίσματα, πάγκους, πολλούς πάγκους. Ίσως το παράκανα και γω στις πειραματικές παραστάσεις, είδα σχετικά λίγα μέινστριμ έργα. Ας πούμε, μετάνιωσα που έχασα τον Καταλειφό στο «Ταξίδι της μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα». Και τον Γιώργο Κέντρο, δεν θυμάμαι τώρα το έργο που έπαιζε, αλλά είναι ο αγαπημένος μου ηθοποιός.
Έχασα και την «Ερωτευμένη Νεκρή», κρίμα. Κρίμα επίσης που το τρομερό ντουέτο Μαυρογεωργίου-Γάκη δεν ανέβασε τελικά το πολυαναμενόμενο δεύτερο μέρος του «Μόνο την Αλήθεια» - αυτό όμως θα αποτελεί αιτία προσμονής για το φθινόπωρο (μαζί με την επαναλειτουργία του ανανεωμένου Εθνικού).
Τι μου έμεινε από τα έργα που είδα φέτος; Αμέσως μου έρχεται στο μυαλό η «πειραγμένη» παράσταση του "Λεωφορείον ο Πόθος". Δεν ήταν η καλύτερη της χρονιάς, αλλά σαν εικόνα επικρατεί. Και αν έδινα βραβείο γυναικείας ερμηνείας σε θεατρικό έργο, θα το έπαιρνε σίγουρα η Όλια Λαζαρίδου για τη Μπλανς Ντιμπουά, (γλυκιά μου!).
Οπωσδήποτε σημάδεψαν τη χρονιά οι δυο παραστάσεις του Μαρμαρινού: εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, με αυθεντική τρέλα, τα πιο απρόσμενα επί σκηνής δρώμενα, τις πιο πετυχημένες επιλογές ηθοποιών - ακόμα και του ίδιου του του εαυτού στην περίπτωση του «Στάλιν», το έργο όπου ο Καραζήσης, από την άλλη πλευρά, δεν μου φάνηκε να υποκρίνεται ως όφειλε, και με ενόχλησε - καβάλησε το καλάμι;
Δύο παραστάσεις σκηνοθέτησε και ο Βογιατζής, εκ διαμέτρου αντίθετες τόσο στη σύλληψη όσο και στη δημιουργία. Καμιά φορά με εκνευρίζει που μπορεί να αντιμετωπίζει τον ανθρώπινο πόνο τόσο εγκεφαλικά. Από την άλλη, μια παράσταση σαν της «Ήμερης» δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, αν είχε αποδοθεί με δάκρυα και οδυρμούς. Ο δε «Πρίγκιπας του Χόμπουργκ» είχε χάπι εντ, τι περίεργο! Πρωτόγνωρο, για έργο του Βογιατζή, γιαυτό και καταπραϋντικό. Επί τη ευκαιρία, ήταν εξαιρετικός ο Κουρής, αλλά «λίγος» ο Λιγνάδης. Σαν να ήταν άρρωστος εκείνη τη μέρα, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με αυτό το ρόλο.
Το έργο που με διασκέδασε πιο πολύ ήταν ασυζητητί το «Νοσφεράτου Διδόντικους». Εδώ θα έδινα τα βραβείο καλύτερου καστ, καλύτερης ερμηνείας συνολικά, καλύτερου σεναρίου, φωτισμών, κοστουμιών, μακιγιάζ. Θεωρώντας την κωμωδία (όχι την χοντροκομμένη, ούτε τη σάτιρα εποχής) ως το πλέον δύσκολο είδος, μη σου πω ότι θα έδινα και το βραβείο καλύτερης παράστασης γενικά. Επιπροσθέτως όλων αυτών, το Νοσφεράτου είχε νόημα, συνοχή, ενδιαφέρον.
Με αυτά τα κριτήρια, ο «Βυθός» ήταν η χειρότερη παράσταση… Δεν περίμενα να το πω αυτό για την Πατεράκη, αλλά μου φάνηκε το απόλυτο χάσιμο χρόνου (και σπατάλη καλών ηθοποιών). Ούτε το "ΑΩ" δεν ήταν τόσο χάλια, είχε τουλάχιστον εικαστικό ενδιαφέρον.
Σκηνικά άψογο και με σπουδαίες ερμηνείες ήταν οι «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου, αλλά όπως έχω ξαναγράψει, μου φάνηκε ανολοκλήρωτο έργο, έφτασε στην πηγή και νερό δεν ήπιε. Όπως και οι περισσότερες παραστάσεις φέτος, εδώ που τα λέμε.
Τα πιο «στρατευμένα» έργα ήταν βέβαια πιο συμπαγή και μεστά, όπως πχ το “Motortown” ή το “Bug”, αλλά προσωπικά δεν ένιωσα ότι είπαν κάτι που δεν το είχα ξανακούσει.
Σταματάω εδώ αυτή την «χύμα» ανασκόπηση, σκέφτηκα να την γράψω από μνήμης (χμ...) και χωρίς τα βοηθητικά βιβλιαράκια/προγράμματα - αν σου έμεινε στο μυαλό, κάτι θα άξιζε, σωστά;
Μπορεί και όχι, αφού μόλις τώρα θυμήθηκα ότι και η «Gόλφω» ήταν αξέχαστη παράσταση, πηγαία, πρωτότυπη, σοβαρή και ταυτόχρονα τελείως μουρλή...
Σημείωση για τα έντυπα: ελπίζω του χρόνου τα θέατρα να βγάζουν ακόμα πιο ενδιαφέροντα προγράμματα, λίγη πρωτοτυπία δεν βλάπτει.
Και καλή δύναμη για το Φεστιβάλ Αθηνών (η Μήδεια sold out εννοείται).

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

νεκρή φύση (σε αστικό φόντο)


the wound heals, the scar remains

Όχι, που θα έκανα επέμβαση με ολική νάρκωση και δεν θα έγραφα για την εμπειρία στο μπλογκ!
Δεν είχα ξαναπεράσει κάτι τέτοιο. Είναι προφανές ότι ξύπνησα - προφανώς όλα πήγαν καλά και τώρα είμαι εδώ και γράφω.
Το πώς κοιμήθηκα, ούτε που το κατάλαβα. Το ότι δεν είχα άγχος επίσης μου είναι ακατανόητο. Μάλλον δεν ήθελα να δώσω στους γιατρούς τη χαρά να διαπιστώσουν «είσαι αγχωμένη, ε;».
Το πιο απαίσιο πράγμα όταν μπεις για νοσηλεία, είναι που φοράς αυτό το πράσινο ρομπάκι και το πράσινο σκουφάκι. Και που σε παίρνουν από το δωμάτιο ξαπλωτά σε φορείο, λες κι είσαι κιόλας ανήμπορος.
Μπαίνοντας (τσουλώντας) στο χειρουργείο ακούγονται τέρμα στο ραδιόφωνο (;) λαϊκά. Καθώς με τοποθετούν στο ειδικό κρεβάτι, βλέπω απέναντί μου μια χειρόγραφη λίστα με τα ονόματα των ασθενών και το είδος της επέμβασης, κάτι σαν playlist συγκροτήματος, όπου το όνομά μου φιγουράρει πάνω-πάνω. Κάνω το σεφτέ σήμερα λοιπόν.
Στο χώρο κάνει κρύο και δεν μυρίζει απολύτως τίποτα, ούτε καν απολύμανση.
Μένω μόνη με τον αναισθησιολόγο, ο οποίος μου συστήνεται δια χειραψίας. Προφανώς είναι σημαντικό να γνωρίσεις από πριν, με όνομα και πρόσωπο, τον άνθρωπο που μπορεί με ένα κλικ της πεταλούδας να σε στείλει ανεπιστρεπτί στον δημιουργό σου. Εγώ όμως δεν έδωσα σημασία. Μάλλον ήθελα να του πω «άστα αυτά και κάνε τη δουλειά σου να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα».
Πρόφερα πάντως το μικρό μου όνομα, όπως κάποιος θα έλεγε «χάι, δις ιζ μαντόνα» (ορ, κάιλι) - τα υπόλοιπα άλλωστε ήταν τοιχοκολλημένα.
Αρχίζει να μου μπογιατίζει το χέρι με μπεταντίν και σπρώχνει μέσα την πεταλούδα, ουπς, πετάγεται πίδακας αίμα και τον λερώνει.
«Συγγνώμη, το κρατάς λίγο;» μου λέει καταπιέζοντας μια βλαστήμια, και μου δίνει το αριστερό μου χέρι να το κρατήσω με το δεξί. Λερώνεται ο δεξής αντίχειρας, I should sue for malpractice after all, αλλά απλά του ζητάω να τον καθαρίσει.
Αφού ανακτήσει την ψυχραιμία του, παρατηρεί «είσαι καλή εσύ». (δεν περίμενα αυτόν να μου το πει)
Μπαίνει κι ένας άλλος γιατρός μέσα στο χειρουργείο, μιλάνε δυνατά, σα να διαπληκτίζονται και εγώ αρχίζω να χάνομαι. Ρωτάω τον αναισθησιολόγο «ζαλίζομαι, είναι φυσιολογικό αυτό;» Φτύνει ένα "ναι", σαν να τον διέκοψα κιόλας από σοβαρό debate.
Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να ξυπνάω ολομόναχη σε μια γωνίτσα έξω από το χειρουργείο, να πονάω στην κοιλιά και να τουρτουρίζω από το ψύχος. Πονάει κι ο λαιμός - μετά έμαθα ότι οφείλεται στον τραχειοσωλήνα του αναπνευστικού μηχανήματος - ένας πόνος σα να έχει παγιδευτεί σκατζόχοιρος στον λάρυγγα και στριφογυρίζει αδιάκοπα γύρω από τον εαυτό του. Και κάνει κρύο, πολύ κρύο.
Δεν κατάλαβα πώς και πότε με πρόσεξαν για να με μεταφέρουν πάλι στο δωμάτιο.
Αυτή τη φορά, και να ήθελα, δεν μπορούσα να πάω μόνη μου, πονούσα παντού και ήμουν απολύτως καθηλωμένη. Αυτό σημαίνει το τρίπτυχο: καθετήρας - οξυγόνο - πεταλούδα με ορό. Χρειάζεται να πω ότι το πιο υποτιμητικό από τα τρία είναι ο καθετήρας; Γιαυτό και ποτέ δεν μας τον δείχνουν στο “House M.D.” ή στα άλλα νοσοκομειακά δράματα. Αλλά είναι χρήσιμος, αναπόσπαστος θα έλεγα – χωρίς πλάκα…
Το οξυγόνο είναι εκείνο το cool πλαστικό σωληνάκι που μπαίνει στα δυο σου ρουθούνια και σου δίνει την όψη «σεβασμός, εδώ ασθενής».
Η πεταλούδα είναι το δεύτερο χειρότερο πράγμα στη νοσηλεία, μετά την πράσινη ρομπίτσα, ωστόσο το αηδιαστικότερο ever. Αλλά τι να κάνεις, που για μια ολόκληρη μέρα μόνο από εκεί θα τρως; Το δέχεσαι, χωρίς άλλο.
Τελοσπάντων, επιστρέφω στη σκηνή όπου με έχουν βάλει επιτέλους στο κρεβάτι μου, τυλιγμένη με έξτρα κουβέρτες μπας και σταματήσω να τρέμω. Έτσι συνειδητοποιώ ότι όλα τελείωσαν και ότι τώρα αρχίζει το μαρτύριο της ανάρρωσης. Ταυτόχρονα πονάω από την επέμβαση, φίλε πώς πονάω, ξεσπάω σε κλάματα και αναζητώ το χέρι του καλού μου. The healing begins.
Όταν ξυπνάω, από κανονικό ύπνο αυτή τη φορά, ο πόνος έχει υποχωρήσει αισθητά. Ας είναι καλά και τα παυσίπονα βέβαια.
Έχω επισκέψεις, τι ωραία. Με βλέπουν σε αυτή την κατάσταση - πάει το ίματζ μου. Παρόλαυτά, είναι ωραία που ήρθαν.
Αφού φύγουν οι επισκέπτες, μου βγάζουν οξυγόνο και καθετήρα. Κακός συγχρονισμός, το ξέρω. Όμως είμαι ελεύθερη επιτέλους, λέω να σηκωθώ για μια βόλτα. Ανασηκώνομαι στο κρεβάτι - το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο!
Κάποιους αιώνες αργότερα αποφασίζω να βάλω το ένα πόδι στην παντόφλα και να ακουμπήσω στη γη. Και τα δυο πόδια.
Νιώθω όλο το αίμα να κατεβαίνει από το πίσω μέρος του κεφαλιού με φόρα προς τα κάτω – αλλά μένει και λίγο για να με κρατήσει όρθια, ίσα να μη ζαλίζομαι.
Ζαλίζομαι λίγο, είναι η νάρκωση, είναι η ακινησία, είναι τα φάρμακα - αλλά προχωράω. Στηρίζομαι στον φορητό στύλο απ’όπου κρέμεται ο ορός και η αντιβίωση. Ή ό,τι άλλο περιέχει το δεύτερο σακουλάκι που κρέμεται από πάνω μου. Νιώθω σαν μωρό παιδί και γριά-χούφταλο μαζί.
Μάλλον το παράκανα όμως και τώρα νιώθω την αδυναμία σε όλο της το μεγαλείο, μόλις που προλαβαίνω να επιστρέψω στο κρεβάτι, κάτασπρη. Το ρυθμίζουν ώστε να είναι τα πόδια ψηλά και το κεφάλι χαμηλά. Α, δεν σου είπα, το κρεβάτι έχει τηλεχειριστήριο και είναι τέλειο, απλά τέλειο να το χρησιμοποιείς, προσαρμόζοντας κλίση και ύψος όπως θες εσύ!
Εντωμεταξύ, η πίεση έχει πέσει στο 9, έρχεται γιατρός, ο οποίος απαγορεύει ανασηκώματα και ξεπορτίσματα μέχρι το άλλο πρωί τ ο υ λ ά χ ι σ τ ο ν.
Οπότε, φτάνω στο τρίτο χειρότερο κατά σειρά εμφάνισης πράγμα που σου συμβαίνει αν μπεις σε νοσοκομείο (όχι για επίσκεψη): την πρώτη διανυκτέρευση.
Τότε ξυπνάνε οι πιο άγριοι εφιάλτες σου, οι πιο χαζές ανησυχίες σου, οι αϋπνίες που πάντα φοβόσουν. Οι νοσοκόμες δεν σ’αφήνουν στην ησυχία σου, μπαινοβγαίνουν για να αλλάξουν ορούς, να προσθέσουν αντιβιώσεις, να σου χώσουν παυσίπονες ενέσεις στην πεταλούδα, να μη σ’αφήσουν να κοιμηθείς αυτά τα λιγοστά δευτερόλεπτα που η μέση σου σε άφησε να ησυχάσεις και να σε πάρει λίγο ο ύπνος επιτέλους.
Γιατί η μέση, ω η μέση, τελικά θα σε πονέσει, όπου κι αν έχεις κάνει την επέμβαση - λόγω αναγκαστικής ακινητοποίησης ανάσκελα. Τα ράμματα τα ύπουλα, τραβάνε και πονάνε και τσιρίζουν, αν προσπαθήσεις να γυρίσεις έστω και σπιθαμή στο πλάι. Οπότε, οριζοντίωση. Μετράω προβατάκια, αλλά ο ύπνος δεν έρχεται.
Με το που αρχίζει λίγο να γκριζάρει ο ουρανός και σπάει η νύχτα, πρήζω τις νοσοκόμες σε ερωτήσεις «Πότε θα βγάλετε τον ορό; Θα φάω σήμερα; Πότε θα φάω; Θα φύγω σήμερα; Πότε θα φύγω;».
Το γεγονός ότι πεινάς είναι καλό σημάδι. Μετά από 3 ατελείωτες ώρες, κατά τις 9, μου φέρνουν το πλέον αστεράτο, λαχταριστό, πλούσιο πρωινό του κόσμου: μια κούπα τσάι και δύο φρυγανιές. Έχω να φάω δύο 24ωρα, αν λογαριάσεις και την προετοιμασία για την επέμβαση…
Ας μη γράψω άλλα, αν και ήδη παρέλειψα τα πλέον αηδιαστικά.
Παρά την καταπόνηση, όταν πάρεις το εξιτήριο στα χέρια σου και αρχίσεις να νιώθεις λίγο καλά στα πόδια σου, ταυτόχρονα αισθάνεσαι άτρωτος, ο πιο δυνατός άνθρωπος του κόσμου.
Άσχημα νέα με υποδέχονται λίγο μετά την έξοδο. Ξέρεις, η ζωή συνεχίζεται. Ευτυχώς όμως, στην υγεία είναι όλοι τους καλά…

Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

ruby




Ακούγοντας στο ραδιόφωνο το νέο τραγούδι των Portishead (μπούρδα), θυμήθηκα το Paraffin της Ruby. Έχουν περάσει πάνω από 10 χρόνια (...) από τότε που κυκλοφόρησε, ωστόσο ακόμα μου αρέσει πολύ.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Αδρεναλίνη, κανένας δε θα μείνει

«Αχά, φαίνεται κι από την εξέταση ότι είσαι νευρικός τύπος, η προλακτίνη σου είναι τσιμπημένη!» - Γιατρέ, μπορώ να το χρησιμοποιήσω ως δικαιολογία για να μην μπω στο σημερινό μήτινγκ; Δε μου δίνουν σημασία και αυτό με εκνευρίζει περισσότερο. / «Σταμάτα να βάζεις τα πάντα σε κουτάκια και συρταράκια, δεν έχεις τίποτα να αποδείξεις, και σε κανέναν. Και κοίτα να πάρεις κανά κιλό, δε σου πάει έτσι.» - Κάτι το γυμναστήριο, κάτι τα φάρμακα, συλφίδα θα πάω στο γιατρό. Και τι έγινε; / Ποια είπαμε είναι η διαφορά μεταξύ ελπίδας και πιθανότητας; - Βρε κουτό, η ελπίδα δεν υπάρχει, δε μετριέται. Οι πιθανότητες είναι εκεί μπροστά σου, δεν τις βλέπεις; Από τις 100, οι 60 μπορούν να γίνουν όλες δικές σου, χαλάρωσε. Μη μου ξαναπείς χαλάρωσε, γιατί με νευριάζει πολύ. Κι όταν νευριάζω κλαίω. And big girls don’t cry. / -Μέτρα ανάποδα για μένα: 10, 9, 8, 7… «Καληνύχτα».

κιού

Για την αναμονή στο gate, αλλά και για το αεροπλάνο, μ’αρέσει να αγοράζω όποιο περιοδικό (ξένο) μου γυαλίσει στο μάτι στο newsstand.
Αυτή τη φορά ήταν το Q, Madonna γαρ στο εξώφυλλο, και μέσα, διάφοροι σελέμπριτις κάνουν μια ερώτηση στη σταρ – η Κιμ Γκόρντον τη ρωτάει πώς μπορεί και συνδυάζει καριέρα και παιδιά, η ίδια ίσα που τα καταφέρνει. Αναρριγώ…
Αρκετό girl power και παρακάτω. Ξεφυλλίζω τα Inspirations: «20 leading female artists pick the women whose music has changed their lives».
Ποιες επιλογές μου έκαναν εντύπωση;
Η Norah Jones διαλέγει τη Dolly Parton (βλέπει τη μουσικό, πίσω από τα boobs), η Μ.Ι.Α. μιλάει για την Justine Frischmann των Elastica, η Corinne Bailey Rae θαυμάζει τη Nina Simone, η Robyn τη Neneh Cherry (και τώρα τη συμπαθώ περισσότερο), η Roisin Murphy την Grace Jones (την εμπνέει γιατί μεταμόρφωσε τον εαυτό της σε έργο τέχνης, ωχ ωχ, πρόσεξε Roisin, πρόσεξε…), η Martina (του Tricky) την Stina Nordenstam (πού τη θυμήθηκε;), κλπ.
Για το τέλος το πιο κουφό, η Katie Melua έχει εμμονή με την Janis Joplin (“at the moment”).

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

she's not me, and she never will be


ανοιξιάτικες μέρες, στο Βερολίνο

Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει μια πόλη; Τα κτήρια της; Το πράσινο; Οι κάτοικοι;
Ας μείνω στα κτήρια προς το παρόν - ποια μου άρεσαν τώρα που πήγα στο Βερολίνο;
Ξεκινάω με L. Mies Van der Rohe και την Νέα Εθνική Πινακοθήκη (Neue Nationalgalerie) στο Kulturforum, για να κάνω και σύνδεση με το προηγούμενο ποστ.
Τις ημέρες που πήγα εγώ, ατύχησα, καθότι το οικοδόμημα ήταν καλυμμένο με σημαιούλες γύρω-γύρω, σαν απλωμένη μπουγάδα, έχανε τελείως την αίγλη του. Όταν ήσουν μέσα ωστόσο, αντιλαμβανόσουν το μεγαλείο του χώρου, την γενναιοδωρία του φυσικού φωτός, τις θεϊκές λεπτομέρειες. Αναπόφευκτα, είναι ευχαρίστηση να βλέπεις έργα τέχνης μέσα σε τέτοιο χώρο.



Προκειμένου να φτάσω στο έργο του Mies, πέρασα από το Tiergarten και τα κτήρια των διάφορων πρεσβειών.
Είναι ωραία στο σύνολο τους και στον συγκεκριμένο περιβάλλοντα χώρο, ωστόσο δεν θα ξεχώριζα παρά μόνο δύο, αυτό της Μεξικάνικης πρεσβείας και αυτό της πρεσβείας των Σκανδιναβικών χωρών (είναι όλες μαζί στο ίδιο κτήριο, τι πολιτισμός!).


Το πρώτο μου φάνηκε ναίφ μέσα στη μονολιθικότητά του, το δεύτερο είναι σαν ζωντανός οργανισμός, με τις περσίδες/φολίδες/βλέφαρα στον εξωτερικό του χώρο, πιο οικολογικό και βιοκλιματικό, δε γίνεται...

Στην από κει πλευρά του κτηρίου του Mies, είναι η Potsdamerplatz, η οποία δεν με συγκίνησε. Με εντυπωσίασε, ναι, αλλά να αγγίξει την καρδιά μου, όχι. Τα κτήρια είναι τεράστια, όχι τόσο ως προς το ύψος, αλλά ως προς την έκταση που καταλαμβάνουν.

Εκείνο της Daimler, του Ρέντσο Πιάνο αν δεν κάνω λάθος, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, μάλλον ως προς τη λεπτομέρεια της κατασκευής (πόσα τζάμια, πόσο ατσάλι, πόσες σκάλες!). Αλλά επειδή είμαι τουρίστας, πάρε και μια φωτό από το θόλο του Sony, που όλοι γιαυτό πάνε.

Από δω και πέρα, δεν τα θυμάμαι με τη σειρά, όπως μου έρθουν.

Τι να πεις για το Volksbühne… Μυρίζει ιστορία, κουλτούρα, καλώς εννοούμενη, και είναι και όμορφο, έτσι ήσυχο, αν και γίγαντας, στην πλατεία της Ρ. Λούξεμπουργκ. Ακόμα πιο ωραίο, το βράδυ.


Ο television tower κι αυτός τουριστικός κράχτης είναι, άσε που δεν το λες και κτήριο, αλλά σίγουρα δεν μπορείς να τον αγνοήσεις καθώς βολτάρεις μέσα στην πόλη. Μερικές φορές σου φαίνεται τόσο κοντά, δίπλα σου, έτσι κάνεις το χέρι και τον αγγίζεις, αλλά αυτός είναι μέτρα μακριά, και μέτρα ψηλά.


Εντυπωσιακό οικοδόμημα είναι το Marie-Elisabeth-Luders-Haus, δίπλα από το Reichstag, δίπλα στο ποτάμι. Είναι σα να λέμε η βιβλιοθήκη και τα βοηθητικά κτήρια του κοινοβουλίου, και είναι εντελώς επηρεασμένο στην αρχιτεκτονική από τον Louis Kahn (το έχει κάνει κάποιος Stephan Braunfels).

Ένα ακόμα εντυπωσιακό, όχι ωραίο, ωστόσο επιβλητικό και σίγουρα στρατευμένο κτήριο είναι αυτό που στεγάζει το εβραϊκό μουσείο, έργο του Πολωνού αρχιτέκτονα Daniel Libeskind. Δεν μου έρχεται στο μυαλό άλλο – σύγχρονο τουλάχιστον – κτήριο που να έχει τέτοια επίδραση στον επισκέπτη, να λειτουργεί έτσι ως προς το νόημα που αντιπροσωπεύει, το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει, τον λόγο που έχει χτιστεί. Το εξωτερικό είναι καλυμμένο με τσίγγο (zinc, that is), το εσωτερικό όμως είναι έργο τέχνης από μόνο του.

Τα αλλοπρόσαλλα, ατάκτως ερριμμένα στον τοίχο, σαν χαρακιές, παράθυρα, τα νιώθεις και σαν χαρακιές στα μάτια, ή σαν ξύσιμο νυχιών στους τοίχους. Οι γωνίες, το παιχνίδι με τα ύψη και τα βάθη, τους μαύρους τοίχους και το φως, οκ, ομολογώ ότι με συνεπήραν.


Και φυσικά η αίθουσα του Memory Void, με τα χιλιάδες σιδερένια πρόσωπα σε απόγνωση, που βρίσκονται στο πάτωμα και περπατάς και τα πατάς και κροταλίζουν, μέσα στην απόλυτη σιωπή, αλλά δεν ακούει κανείς.

Αν ήταν προπαγάνδα, πάντως δούλεψε σωστά.

Για το τέλος, δυο κτήρια που πραγματικά μου άρεσαν. (Μα, τι περίεργα τα κτήρια στο Βερολίνο, είναι περίτεχνα, εντυπωσιακά, λίγα παλιά, πάμπολλα νέα, αλλά δύσκολο να τα αγαπήσεις).
Πρώτα, η εκκλησία του Κάιζερ Γουλιέλμου. Σίγουρα τουριστική η πρώτη φωτογραφία, με τα μπλε τζάμια, αλλά δεν μπορείς να την αποφύγεις, είναι τόσο, χμ, μπλε το φως που φέρνουν μέσα στο (νέο) κτήριο της εκκλησίας. Δεν θα έλεγα κατανυκτική την ατμόσφαιρα, μάλλον γαλήνια και πράα, έστω κι αν κάπως ψυχρή, λόγω της γαλάζιας ανταύγειας.


Ο καθαυτό ναός, που επέζησε βομβαρδισμών, κλπ, έχει την ιστορία του και είναι και πολύ εντυπωσιακός, αλλά εδώ δεν γράφω ιστορικά, βαριέμαι, δεν τα ξέρω κιόλας, πρέπει να τα ψάξω στην γουικιπίδια.

Το τελευταίο και καλύτερο: σχετικά παλιό, το έργο του Gropius για το Bauhaus Archiv. Έργο του Γκρόπιους έχουμε και στην Αθήνα, την αμερικάνικη πρεσβεία.

Το αφήνω ασχολίαστο, απλά να γράψω ότι μου αρέσει το Bauhaus, και στην αρχιτεκτονική και στο ντιζάιν, οπότε εκεί βρήκα πολύ υλικό για φωτογράφηση, χάζεμα, διάβασμα, και αγορά (θα’θελα, λέμε τώρα, αλλά μοναδικό το gift shop).


Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

μια ανοιξιάτικη μέρα, στη Βαρκελώνη

Barcelona Pavilion
Mies van der Rohe
Opened May 27, 1929
Demolished January, 1930



Πώς είναι να ζεις σε ένα σπίτι σχεδόν χωρίς τοίχους, τζάμια ολόγυρα, εκτεθειμένος, να μην ξεφεύγει τίποτα από τους έξω; Το Barcelona Pavilion δεν δημιουργήθηκε προκειμένου να κατοικηθεί, αποτέλεσε το γερμανικό περίπτερο στην Διεθνή Έκθεση της Βαρκελώνης το 1929.


Όμως το σχέδιο αυτό – ένα επίπεδο, συνεχής ροή χώρου, τζάμια αντί για τοίχους, το στοιχείο του νερού μέσα στο οικοδόμημα, το έργο τέχνης ως στοιχείο του οικοδομήματος και όχι σαν απλή διακόσμηση, η λιτότητα της σύλληψης – όλο αυτό έχει αντιγραφεί κατά κόρον και εφαρμοστεί σε αμέτρητες οικίες, παντού σε όλο τον κόσμο.



Είναι βέβαια και τα υλικά, travertine, travertine, travertine!, αλλά και τα έπιπλα – για αυτή την περίσταση έγινε η περίφημη Barcelona chair. Και να φανταστείς ότι ελάχιστοι κάθισαν τελικά σε αυτή την καρέκλα, λόγω της περίστασης…

"...The building had no real program, as that term is understood and used by architects today. It was to be whatever Mies chose to make of it. The only function it had to accommodate was a reception for the King and Queen of Spain as they signed the "Golden Book" officially opening the exposition. According to Mies, the furniture designed and fabricated especially for the pavilion, the Barcelona chairs and stools, went unused during the opening ceremony. "To tell you the truth," he remarked, "nobody ever used them".



Και να φανταστείς ότι ένα χρόνο αργότερα, όλο αυτό κατεδαφίστηκε… Ευτυχώς, ανοικοδομήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, και ναι, αποτελεί ναό του μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική.




"The Barcelona pavilion...was without practical purpose. No functional programme determined or even influenced its appearance. No part of its interior was taken up by exhibits: the building itself was the object on view and the 'exhibition' was an architectural space such as had never been seen. The building consisted of walls and columns arranged on a low travertine marble podium...it channeled space between separate vertical and horizontal planes. But this time the flow of space was held within clamp-like walls at each end of the podium."


an animation:





Great Buildings online

Foundation

wikipedia

Τρίτη 22 Απριλίου 2008

at the Speed of

Υπερέβαλα και ήπια ένα φρέντο και ένα φραπουτσίνο star$$ μέσα σε λιγότερο από 4 ώρες. Τώρα, ζαλίζομαι.
Μπαίνω στο μετρό. Έτσι όπως επιταχύνει από Ομόνοια για Μοναστηράκι, αισθάνομαι ότι εισέρχομαι σε φρενήρη χρονομηχανή – σα να κολλάει η πλάτη μου στον τοίχο, να σφίγγω τα μάτια να μη δω. Παρόλαυτά, βλέπω σπινθήρες στα πλαϊνά των τοίχων, από την ταχύτητα, μπορεί όμως να είναι και το τρένο της αντίθετης κατεύθυνσης που ξεπετάγεται σαν όνειρο, νομίζω ότι τα μυαλά μου θα βγούν άμεσα και θα σκορπιστούν στον απέναντι τοίχο.
Έτσι και τριακόσιες φορές πιο πολλή (και ζαλιστική) ήταν η αδρεναλίνη στο τρενάκι της Μούμιας στα Universal Studios. Όπως στα καρτούν, που η καρδιά και τα σπλάχνα εκτοξεύονται στην στρατόσφαιρα, μαζί με όλες τις αισθήσεις - ενώ το σώμα μένει πίσω αδρανές.
Ή μήπως κι αυτό πέφτει σε διάσπαση, για να επανασυντεθεί λίγο πριν την έξοδο και την επιστροφή στην πραγματικότητα; Μόνο με βαθιά ουρλιαχτά, να σχίζεται το λαρύγγι και ταυτόχρονα οι άκρες των χειλιών σου, αντιμετωπίζεται η κατάσταση αυτή.
Θυμάμαι την πρώτη (και μοναδική φορά) μέσα στην Κορβέτ, πολύ βαθύ και χαμηλό το κάθισμα, «βάλε ζώνη και απόλαυσέ το», φοβόμουν. Μόνο λίγο προς το τέλος της βόλτας διασκέδασα την εξαϋλωση της ταχύτητας.
Τη φορά εκείνη όμως πάνω στη μηχανή, Πειραιάς-Χαϊδάρι μέσω εθνικής - γιατί όχι, κράνος φορούσα. Αγκάλιαζα σφικτά, αλλά και πάλι ο τρόμος δεν υποφερόταν, έκλεινα τα μάτια να μη «βλέπω» το δρόμο σε σούπερ-έξτρα-fastforward. Ορκίστηκα να μην ξανανέβω ποτέ, ούτε μέχρι το περίπτερο (το ειδύλλιο χάλασε).
Στο αεροπλάνο είναι ωραία όταν απογειώνεται, δεν ξέρω πόσο γρήγορο είναι αυτό. Και κει αφήνεις λίγα απ’τα σπλάχνα σου πίσω, αλλά το αίσθημα ότι εγκαταλείπεις τη γη, τα σύννεφα σε ρουφάνε και σε πάνε αλλού, το αίσθημα αυτό είναι ανακουφιστικό, δεν με ενοχλεί καθόλου.
(Και με τα γρήγορα γιαπωνέζικα τρένα θέλω να ταξιδέψω, αλλά αυτή παραείναι τολμηρή για επιθυμία, όνειρο καλύτερα ας το πω).
Επίσης, το πάτημα σε γλιστερό (γλιτσιασμένο) δρόμο είναι τρομακτικά γρήγορο, και τρομακτικά επώδυνο μερικές φορές.
Όχι πιο επώδυνο ή πιο γρήγορο πάντως, από το να σου πει στα καλά καθούμενα, θέλω να μείνω μόνος, τελειώσαμε – σε στέλνει από τα ουράνια στο πλέον καταχθόνιο και μέλανα δρυμό, in the blink of an eye.

Dust in the week

- Εκεί που καθάριζα τη σκόνη απ’το μπαλκόνι είπα, δε φτιάχνω επιτέλους και τα φυτά; Καθάρισα-ξεκαθάρισα γλάστρες, αλλά κρατήθηκα και δε φύτεψα πολύ νέο αίμα. Ξέρω γω, λένε το καλοκαίρι θα έχει λειψυδρία και καύσωνες. Ενοχές για να ποτίσεις ένα λουλουδάκι, που φτάσαμε δηλαδή…

- We only got matthew Μίνιτς to save the world!

- Από τυχαίες συζητήσεις σε ανύποπτο χρόνο, διαπιστώνω ότι αρκετές κοπέλες ξεπερνάνε ένα χωρισμό (ή τουλάχιστον, προσπαθούν) με το να ασχοληθούν με κατασκευή κοσμημάτων. Ω ναι, γράφονται σε ειδικά σεμινάρια ή μαθήματα, βάζοντας έτσι μπρος την όποια δημιουργικότητά τους, προκειμένου να ξεμπλοκάρουν τα συναισθήματά τους, να διοχετεύσουν την ενέργειά τους, και φευ, εν τέλει να πετύχουν να απασχοληθεί αλλού το μυαλό τους. Όταν η φαντασία (ή ταλέντο) στερέψει, εντάξει, το δοκιμάσαμε κι αυτό, been there-done that, πάμε για άλλα τώρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, φαίνεται ότι αναδεικνύονται κάποιες ενδιαφέρουσες δημιουργοί - για να έχουνε και οι τεμπέλες κοπέλες να διαλέγουμε πρωτότυπα αξεσουάρ.

- Κάποιος σου έχει κάνει τεράστια χάρη, σε έχει βοηθήσει τόσο πολύ, του έχεις υποχρέωση, αν μη τι άλλο. Αλλά προκύπτει κάτι νεότερο, καλύτερο από αυτό που «προσφέρει» εκείνος. Απρόβλεπτο της ζωής, σωστά; Όμως, πώς του το ξεπληρώνεις; Η ειλικρίνεια είναι μάλλον η πιο τίμια επιλογή, αλλά πώς εξηγείται αν κάθε φορά που τον βλέπεις, σου’ρχεται να χαμηλώσεις τα μάτια;

- Στη Γαλλία ποινικοποιήθηκε η προτροπή στην ανορεξία, ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων. Στη Νέα Υόρκη, οι κατάλογοι των εστιατορίων πρέπει πλέον να γράφουν τις θερμίδες, δίπλα από κάθε πιάτο.

- Με ενοχλούν όλες αυτές οι εκπομπές αναδόμησης/ριζικής αναμόρφωσης της εμφάνισης, όπου διαλύονται οι άνθρωποι στις πλαστικές και βγαίνουν τελικά άλλοι άνθρωποι. Για να επιστρέψουν στον παλιό τους εαυτό μετά από λίγους μήνες, άντε χρόνο, βάζω στοίχημα.

- Για χιλιοστή φορά σου λέω: της νύχτας τα καμώματα, τα βλέπει η μέρα και γελά. Και για εκατομμυριοστή: εσύ προγραμματίζεις, η ζωή γελάει (μαζί σου).

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

doctorin'da House


'Ενα απόγευμα έκατσα σπίτι, και διαπίστωσα ότι το Star δείχνει καθημερινά (σε επανάληψη) το House M.D.
Έχω δει λίγα μόνο επεισόδια της σειράς, οπότε τώρα είναι μια καλή ευκαιρία, διότι, οκ, ο Hugh Laurie είναι θεός... Τι ρόλος, τι προσωπικότητα, τι φυσιογνωμία!

Μετά από τον doctor H., συμπαθώ την Cuddy. Τι τραβάει κι αυτή μαζί του...

everyday blues

Σήμερα είμαι στενοχωρημένη γιατί φεύγει από τη δουλειά η φίλη μου η Μαρία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, φεύγει και από την Αθήνα για μερικούς μήνες.
Η συνάντηση μαζί της ήταν αυτό που λέμε κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, γίναμε αχώριστες σε σύντομο διάστημα.
Όχι, δεν την γνωρίζω χρόνια, δεν έχουμε φάει ψωμί κι αλάτι μαζί, μόνο 10 μήνες περίπου, γιαυτό μου φαίνεται περίεργο.
Σε μια σχετικά πρόσφατη συζήτηση σε παρέα, είχε τεθεί το ζήτημα «κάνουμε σημαντικές φιλίες μετά το σχολείο/πανεπιστήμιο;». Η απάντηση έκλινε προς το όχι.
Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Σε κάθε περίπτωση, θα μου λείψει η φίλη μου...

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

gutter twins



Το God's Children το λέει ο Dulli, το Idle Hands ο Lanegan, δεν ξέρω ποιό να διαλέξω, οπότε, και τα δύο.

Ακούγονται παλιομοδίτες οι Gutter Twins, το ξέρω, αλλά πού να βρείς σήμερα πια τέτοιες φωνές; Πάντως, αν δε φύγεις για πρωτομαγιά, μπορείς να τους ακούσεις στις 2/5 στην Αθήνα. Οργιαστική Παρασκευή...

Πέμπτη 10 Απριλίου 2008

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

dopes to infinity *



Κάποιος στην παρέα πέταξε την ιδέα του κινέζικου – καιρό έχω να φάω κινέζικο, να πάμε είπα εγώ. Ένας άλλος είπε όχι, το σαμποτάρουμε λόγω Θιβέτ. Τελικά όμως πήγαμε.

Tα κινέζικα εστιατόρια στην Αθήνα είναι εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας, με φαγητά πρόχειρα και ανθυγιεινά μαγειρεμένα, σκοτωμένες όλες τις γεύσεις. Πρέπει να δώσεις αρκετά χρήματα για να πεις ότι έφαγες κινέζικο και όχι ρύζι με ομελέτα. Μου βγήκε και χαζό το φόρτσουν κούκι, νευρίασα.

Στο δρόμο για το κινέζικο έβρεχε καταρρακτωδώς. Ολόκληρες κουρτίνες νερού πετάγονταν στο αυτοκίνητο, καθώς οι άλλοι από το αντίθετο ρεύμα περνούσαν με μεγάλη ταχύτητα, σα να έσκαγαν πάνω σε μια τεράστια λίμνη. Ρε το μαλάκα, δεν ξέρει να οδηγεί.

Ωχ, αρκετά με τις βρισιές, πολύ εριστικό το κλίμα τελευταία.
Μάλωσα με μια τύπισσα στο γυμναστήριο – όχι επειδή την είχα στριμώξει (κατά λάθος) και δεν μπορούσε να κάνει τις ασκήσεις της, αλλά επειδή προτίμησε να μη μου το πει εκείνη τη στιγμή, πρόσωπο με πρόσωπο. Αντίθετα, το άφησε για την επόμενη μέρα, οπότε και άρχισε να το λέει δυνατά στις φίλες της, όταν μπήκα μέσα στην αίθουσα, ρίχνοντας μου πλάγιες ματιές. Φυσικά δεν έδωσα σημασία, αφού δεν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί, κι εκείνη τελικά δεν άντεξε και μου το είπε, έι, για σένα μιλούσα, να προσέχεις πώς απλώνεις τα χέρια σου.

Δεν την έπιασα από την κοτσίδα. Νομίζω ότι της μίλησα όμορφα. Και η παρεξήγηση λύθηκε. Αλλά δεν θέλω να της ξαναμιλήσω ποτέ πια (ούτε να την αφήσω να πλησιάσει δίπλα μου).
Στο πράκτικερ περιμένω στο ταμείο με τα 5 αντικείμενα. Η ουρά είναι μεγάλη, γιατί πάνε πολλοί πελάτες με περισσότερα από 5 αντικείμενα. Κάποιοι αρχίζουν να διαμαρτύρονται από πίσω. Διαπληκτισμοί. Το ερώτημα που απασχολεί τον κόσμο είναι «στα πόσα αντικείμενα παραπάνω δικαιούσαι να είσαι στο ταμείο των 5 αντικειμένων;» Εγώ έχω 7, μόλις 2 παραπάνω, τι σας πειράζει να χτυπήσει 2 πραγματάκια παραπάνω η κοπέλα; Ρωτάει ο μπροστινός. Έτσι δεν θα γίνουμε ποτέ Ευρώπη ρε φίλε, του φωνάζει ο προτελευταίος.

Και με τον οτέ έχω πρόβλημα, εδώ και 2 εβδομάδες δεν μπορώ να πάρω τηλέφωνο, έχει μπλέξει η γραμμή μου με αυτή ενός τύπου από έναν παραδίπλα δήμο, το παραδέχτηκε ο οτέ, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα γιαυτό, γιατί έχει απεργία. Εγώ δεν έχω τηλέφωνο όμως. Κάθε φορά που προσπαθώ να πιάσω γραμμή, βγαίνει και ο άλλος τύπος και μιλάμε και οι τρεις. Μας φέρνει πιο κοντά αυτός ο οργανισμός, μακάρι να μην έρθουν οι γερμανοί και χαλάσουν την ατμόσφαιρα.

Το πιο ήρεμο, καθόλου εριστικό, μισάωρο το πέρασα τελευταία με τον βαφτισιμιό, ο οποίος μεγαλώνει και αρχίζει να γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα. Ετοιμαζόμουν να φύγω, για λίγο πέρασα, με πήρε από το χέρι και με πήγε στο άλλο δωμάτιο να μου δείξει το καρεκλάκι του. Μετά όμως μου ξέφυγε και έκλεισε την πόρτα για να μη βγω από το δωμάτιο. Δεν θέλει να φύγεις, μου λέει η μαμά του, θα δεις, άμα βγεις στην εξώπορτα θα βάλει τα κλάματα. Φεύγω στα κλεφτά, δεν αντέχω άλλα κλάματα.

Άκουγα τη βροχή για ώρες και σκεφτόμουν διάφορα. Για την ακρίβεια, ονειρεύτηκα πράγματα που θα ήθελα να κάνω μέχρι και πέντε χρόνια μετά. Αλλά η διάθεσή μου έχει πολύ πιο βραχυπρόθεσμη διάρκεια. Επιθυμώ, αλλά δεν προγραμματίζω για πολύ αργότερα. Βασικά, ούτε για αύριο δεν ξέρω τι να κάνω τελικά, τη μια θέλω να κλειστώ στον εαυτό μου, την άλλη χαλάω τον κόσμο για να βρω παρέα να πάω για ένα καφέ. Είναι στιγμές που νιώθω το ταβάνι να μου κάθεται στο σβέρκο, θέλω να βγω να περπατήσω, κι όχι απαραίτητα προς κάπου συγκεκριμένα.

Στο δρόμο ακούγεται τέρμα από τα ανοιχτά παράθυρα ενός αυτοκινήτου το νέο τραγούδι της Μαντόνα. Εντελώς καγκουροτράγουδο. Αλλά από την πολλή επανάληψη καταλήγει να σε ενθουσιάζει.
Μιας και άρχισα με φαγητό, ας κλείσω έτσι. Σκέφτομαι ότι μια ανεξήγητη αλλαγή που μου έχει συμβεί τελευταία είναι ότι πλέον αρκεί μία και μόνη κουταλιά από το σοκολατένιο γλυκό για να με ευχαριστήσει (και να επέλθει ο κορεσμός). Δεν χρειάζεται πλέον να το καταβροχθίσω ολόκληρο, όπως παλιά, εγώ, η σοκομανής.

* ο επίκαιρος τίτλος ενός παλιού, καλού δίσκου των Monster Magnet

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Θυμάμαι στην Bruges κάποτε…


...τα νερά των καναλιών ήταν πενταβρώμικα, βαθυπράσινα, σάπια, νεκρά.
Αυτό δεν μας εμπόδισε να κάνουμε τη βαρκάδα μας βεβαίως - αρκεί να μη μας πιτσιλίσει το νερό!
Για να πας στην Bruges πρέπει να είσαι είτε φρικτά ερωτευμένος ή να έχεις βγει στη σύνταξη. Οι λόγοι;
Και στις 2 περιπτώσεις, τα μεσαιωνικά κτήρια, οι υποβλητικοί ναοί, τα λίθινα δρομάκια, η βόλτα στα κανάλια που λέγαμε, τα μαγαζιά με τις βέλγικες δαντέλες, όπου μπορείς να πάρεις τα μονογράμματά σας σε σεμεδάκι... Α, και τα βουνά από σοκολατάκια φυσικά. Και η ωραία πλατεία με τα καφέ.
Παρολαυτά, του Κόλιν Φάρελ δεν του αρέσει καθόλου η Μπριζ, και δεν έχει πρόβλημα να το πει έξω από τα δόντια στον Μπρένταν Γκλίζον. Και να φανταστείς ότι ο Ρέιφ Φάινς τον έστειλε για καλύτερα εκεί!
Οι 3 τους παίζουν πολύ χαλαρά και διασκεδαστικά τους καρικατούρες-ρόλους τους στην «Αποστολή στη Μπριζ», με την αγγλική (δουβλινέζικη ο πρώτος) προφορά τους, τις εξοντωτικές ατάκες τους και τις ιδιορρυθμίες τους, ο καθένας.
Η σκηνοθεσία είναι κάπως νωθρή και το γεγονός αυτό «καθυστερεί» σημαντικά όλη την ταινία. Επίσης το φινάλε είναι υπερβολικό, αλλά τι στο καλό φίλε μου, μαθαίνεις τουλάχιστον που βρίσκεται αυτή η πόλη που λέγεται Bruges!

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

σκληρό και γλυκό (το ζαχαρωτό)

- Πώς καταλαβαίνεις ότι οι φίλοι σου σ'αγαπάνε και σε σκέφτονται;

- Όταν σου στέλνουν μέιλ με τα νέα εξώφυλλα, τραγούδια, βίντεο κλιπ της Madonna, κι ας ξέρουν ότι είσαι αιώνες φαν και τα ξέρεις όλα πριν καλά-καλά τα μάθει και η ίδια. Τι γλυκό!

Σήμερα έλαβα αρκετές φορές σε μέιλ αυτό το λινκ που είναι το νέο βίντεο της Μ. στο utube, άσχετα που, μέχρι να ανεβάσω εγώ το ποστ, το λινκ ξηλώθηκε.
Ένιγουέι, περιμένουμε τώρα και το δίσκο και τα υπόλοιπα εξώφυλλα περιοδικών...

Πέμπτη 3 Απριλίου 2008

Κιανείμαι μελόδραμα μημεφοβάσαι

Πάει κι αυτό.

Μετά από αυτό, τις προάλλες, ένιωσα σαν πλαστική φούσκα (έχασα όλο τον αέρα) – από αυτές που είναι πολλές μαζί, στο προστατευτικό νάιλον συσκευασίας, και κάποιος από νεύρα, βαρεμάρα, ή απλά χωρίς κανένα λόγο, τη ζουλάει, την τσιμπάει και στο τέλος τη σκάει. Να σκάσει, να φύγει όλος ο αέρας από μέσα, να ισοπεδωθεί.

Η εξάντληση μετά, ήταν σαν κι αυτή του ρούχου στο πλυντήριο, και σε λάθος πρόγραμμα. Με κλωθογύρισε, ταρακούνησε, με πέταξε με δύναμη στα τοιχώματα, με έστριψε και έστιψε, μέχρι να βγω κουρέλι. Να χάσω και το χρώμα μου.
Λέω, καλύτερα να ήμουν χαλάκι της εισόδου, οι άλλοι θα με πατούσαν, θα έτριβαν τα τακούνια τους πάνω μου, θα άφηναν τις λάσπες τους, ούτε που θα μου έδιναν σημασία.
Αλλά εγώ τουλάχιστον θα ήξερα ότι, πιο κάτω (από το πάτωμα της εισόδου), δεν πάει.

Ο Kiedis το είχε πει κάπως έτσι: «sometimes I feel like I don’t have a partner, sometimes I feel like my only friend, is the city I live in, the city of [a], lonely as I am, together we cry».