Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2007

Κυριακή μεσημέρι, στους δρόμους

Κυριακή νωρίς το μεσημέρι, περπατώ στη μέση της άδειας Βασιλίσσης Σοφίας, «ισορροπώντας» πάνω στις λευκές διαχωριστικές γραμμές. Ονειρεύομαι ή προσπαθώ να αυτοκτονήσω;

Τελικά έχει Μαραθώνιο και οι δρόμοι είναι κλειστοί για τα αυτοκίνητα, αλλά εγώ δεν το ήξερα. Δεν πειράζει, ευκαιρία για περπάτημα και χάζι στο συννεφιασμένο κέντρο.

Οι περισσότεροι δρομείς είναι ξένοι, (μισο)τρέχουν με τη σημαία στον ώμο ή σε μικρογραφία στο μπλουζάκι, εξουθενωμένοι μεν, αλλά με την κάποια περηφάνεια του «ήμουν κι εγώ εκεί». Εναπομείναντα μαρκετίστικα γρανάζια στο μυαλού μου αρχίζουν να κάνουν υπολογισμούς – αν το είχαμε διοργανώσει / προωθήσει / στηρίξει σωστά, θα μπορούσε να γίνει ένα ωραίο ιβέντ, μακριά από ντόπες και τέτοια, για απλούς ανθρώπους, μπλα μπλα μπλα, προβολή της χώρας στο εξωτερικό, παρακίνηση για ενασχόληση με την άθληση, κλπ. Μετά κοιτάζω τα καφέ της πλατείας Μαβίλη, γεμάτα με Έλληνες που αργοπίνουν καφέ και ρίχνουν που και που καμιά ματιά στο δρώμενο και χαμογελάω. Άστο καλύτερα.
Αυτός ο δρόμος νομίζω είναι ο πιο grand της Αθήνας, και μερικές παλιές πολυκατοικίες είναι τρομερές (που είναι μια φωτογραφική μηχανή όταν τη χρειάζεσαι;).

Προσπαθώ να μη βλέπω τις χαμένες ευκαιρίες, τα νέα κτήρια δηλαδή που ανεγέρθηκαν χωρίς να εκμεταλλευτεί κανείς τη θέση, την οπτική τους, τις όψεις, τα υλικά, το χρώμα.

Έτσι κι αλλιώς θα πεις, όλη η Αθήνα μοιάζει με Μπαγκλαντές.

Και δεν έχω πάει δηλαδή, μπορεί εκεί οι άνθρωποι να τα έχουν πιο μαζεμένα τα πράματα τους. Αλλά εδώ έχεις τους ηλιακούς, τις κεραίες, τα αιρκοντίσιον, τις ντουλάπες μπαλκονιών, όλα φόρα παρτίδα, αχταρμάς, κανένας σχεδιασμός, καμία ομοιομορφία, καμία έγνοια για ομορφιά.

Το σημείο του απόλυτου κακού βρίσκεται στη μεγάλη διασταύρωση, στην κατεστραμμένη διασταύρωση Κηφισίας-Μεσογείων-Αλεξάνδρας-Β.Σοφίας, με αυτό το ακατονόμαστο έκτρωμα του Βωβού. Που είχε υποσχεθεί ότι θα αναστήλωνε το εκκλησάκι του Χάνσεν. Αλλά πού…

Λίγο πιο κάτω όμως το φχαριστιέμαι, το μαύρο μαυσωλείο (του Μπαρμπαλιά;) που κανείς δεν μπαίνει, κανείς δεν το αγοράζει, βρίσκεται υπό αναμόρφωση. Τελοσπάντων, είχε σκαλωσιές και μουσαμάδες, ό,τι και να του κάνουν χειρότερο αποκλείεται να βγει, μόνο κάπως πιο υποφερτό.
Ψιχαλίζει, αλλά έφτασα στο Μέγαρο, ο χώρος της έκθεσης είναι μίζερος, νομίζω και κακοφωτισμένος. Τα έργα άσχημα τοποθετημένα, οι διάδρομοι τόσο στενοί που πρέπει να περιμένεις τον άλλο να περάσει, ή να σπρωχτείς εσύ πρώτος, οι Κλιμτ είναι φωτοτυπίες, αλλά χαίρομαι που ξαναβλέπω τα αισθησιακά γυμνά του Egon Schiele, και όχι μόνο αυτά φυσικά. Ο Oskar Kokoschka όμως είναι μια αποκάλυψη για μένα, ειδικά οι αφίσες του μου αρέσουν πάρα πολύ.

Ομολογώ ότι θέλω να κλείσω τη βόλτα με ωραίες εικόνες, αλλά με τρώει να δω πώς στο καλό κλείνει η μπιενάλε, που έχασα την άλλη φορά λόγω καταιγίδας. Το έργο του Christian Marclay με αποζημιώνει – η 1η μπιενάλε είναι στας αθήνας, ας δείξουμε κατανόηση.

Ευτυχώς έχει και ωραία φαγάδικα στην περιοχή.


3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Οι Έλληνες, το έχω αποφασίσει, είναι ένας βαθιά συντηρητικός λαός που παριστάνει τον προοδευτικό. Ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από τους Άγγλους.
Το άρθρο αυτό, με αναμασημένες μισοχωνεμένες πληροφορίες, το αποδεικνύει.
Όλα τα έχει. Λαϊκισμό άφθονο ("η Αθήνα είναι Μπαγκλαντές") και κυρίως συνρηρητισμό με την ουσιαστική (όχι πολιτική) έννοια. Ο αρθρογράφος δεν κατανοεί το εκλεκτικιστικό έργο του Μπαρμπαλιά, κι έτσι το κατακεραυνώνει (ως ειδήμων, προφανώς), ενώ έχει πια, επιτέλους, χωνέψει τις πολυκατοικίες της Β. Σοφίας (μερικές έχουν κλείσει τα 70, καιρός ήταν). Φυσικά, αγνοεί ότι τον καιρό πύ χτίζονταν οι πολυκατοικίες αυτές, υφίσταντο τις ίδιες λοιδωρίες. Οι κλασσικιστές λοιδωρούσαν τους μοντερνιστές. Τώρα που ο μοντερνισμός είναι από εδώ και 75 χρόνια το κατεστημένο, οι μοντερνιστές κατηγορούν τους μεταμοντερνιστές, με την ίδια ακριβώς υπεροψία, με την ίδια ακαμψία και συντηρητισμό...μαζί και ο συντάκτης του άρθρου, χαρούμενος συνοδοιπόρος....

blu note είπε...

Αγαπητέ ανώνυμε, το ποστ αυτό αποτελεί τη γραπτή άποψη μιας κατοίκου της Αθήνας, που δεν έχει πτυχίο αρχιτεκτονικής ή πολεοδομίας. Δεν θεωρώ όμως ότι χρειάζεται απαραίτητα κάτι τέτοιο για να διαπιστώσει κανείς την ασχήμια του οικιστικού περιβάλλοντος. Απλά ανεβείτε σε μια ταράτσα στην περιοχή που αναφέρω και ρίξτε μια ματιά στο συρφετό των κεραίων τηλεόρασης, των a/c, της πλαστικής ντουλάπας, κλπ.
Όσο για το έργο του Μπαρμπαλιά, ο χρόνος θα δείξει την αξία του. Όπως ήδη έγραψα, δεν είμαι ειδικός, επομένως αυτό το ποστ δεν αποτελεί επιστημονική τοποθέτηση. Είναι η έκφραση της άποψης μου για το συγκεκριμένο κτήριο ή όποια άλλα τραβούν την προσοχή μου, στο χρόνο κίνησης και διαβίωσής μου σε αυτή την πόλη.

Ανώνυμος είπε...

"Όσο για το έργο του Μπαρμπαλιά, ο χρόνος θα δείξει την αξία του."

Για τα άλλα κτήριά του ίσως. Για το συγκεκριμένο όχι: τέτοιος είναι ο αισθητικός μας συντηρητισμός και φασισμός, που ο νέος του ιδιοκτήτης το αγόρασε καινούργιο, παντελώς αχρησιμοποίητο, και σπαταλά εκατομμύρια για να το κάνει μπεζ και γενικώς πιο αδιάφορο.

Αυτό μου θυμίζει μια φίλη μου, αρχιτεκτόνισσα κιόλας, που μου είπε ότι το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης "φαίνεται πολύ" από τη θάλασσα!!! Λες και τα κτήρια είναι για να κρύβονται. Πως φτάσαμε σε αυτή τη δειλία και τη διδάσκουμε και στις αρχιτεκτονικές σχολές? Αντί να θέλουμε να κάνουμε όμορφα πράγματα για να φαίνονται, να θέλουμε να τα κάνουμε αδιάφορα για αν κρύβονται.
Το ΜΜΘ, ίσα-ίσα, έπρεπε να είναι πιο φανερό και πιο στραμένο στη θάλασσα. Δεν είναι να πεις δίπλα στο Λευκό Πύγο, οπότε θα έλεγε κανείς λογικά να μην αλλάξει την όψη της παραλίας εκεί. Αν είχαν τη δική μας λογική στο Sidney δε θα είχαν ποτέ φτιάξει αυτή τη θαυμάσια Όπερα...ούτε οι Γάλλοι τον πύργο του Eiffel και τη Sacre Coeur...ούτε κάποιοι άλλοι, των οποίων παντελώς ανάξιοι απόγονοι είμαστε, τον Παρθενώνα...παρακμή.