Κυριακή 8 Απριλίου 2007

Ανάσταση

Η Ανάσταση (και γενικά το Πάσχα) του 1986 ήταν κάπως περίεργο, μετά τα νέα της έκρηξης στο Τσερνόμπιλ και όλες τις επιπτώσεις της ραδιενέργειας. Η γιαγιά μας η καλή είχε κατέβει μέρες νωρίτερα στο χωριό για να κάνει τις ετοιμασίες υποδοχής για τα μικρά εγγόνια (εμένα και τα αδέρφια μου δηλαδή), ανάμεσα στις οποίες περιλαμβανόταν και η αγορά μιας κατσίκας, προκειμένου να πίνουμε φρέσκο γάλα (τρεφόταν με χορτάρι αράντιστο, της δικιάς μας αυλής). Η κατσικούλα ήταν αγριωπή και αρχικά τη φοβόμουν, αλλά μετά την τάιζα και την χάζευα να μασουλάει ώρες, και ένιωσα δυστυχία και απόγνωση όταν έμαθα ότι λόγω κάποιου ηλίθιου «τραγικού ατυχήματος» σε μια χώρα που φάνταζε τόσο μακρινή, έπρεπε να δώσουμε πίσω το ζωντανό και γενικά να κόψουμε μαχαίρι τις όποιες - αθώες μέχρι πρότινος - επαφές με τη φύση, όπως μάζεμα μαργαριτών των αγρού για να κάνουμε μπουκετάκι για τη μαμά, προσπάθεια πιάσιμου κοτοπουλακίων, και άλλων τέτοιων.
Η Ανάσταση στο Μισούρι των ΗΠΑ ήταν η πρώτη μακριά από τους δικούς μου, αλλά η φίλη μου τα είχε οργανώσει τόσο ωραία που δεν κατάλαβα έλλειψη πατρίδας. Μετά από έναν Επιτάφιο που με είχε συγκλονίσει με την προσοχή στις λεπτομέρειες των πραγμάτων καθώς και την κατανυκτική ευσέβεια των παρευρισκομένων, η Ανάσταση ήταν λίγο-πολύ διεκπεραιωτική, όπως και παντού άλλωστε: πάρε Φως, πάμε για Φαΐ. Θυμάμαι ότι επιστρέφοντας σπίτι, αγοράσαμε ξεροψημένα μπέργκερ και ένα τεράστιο μιλκσέικ σοκολάτα με κούκις η καθεμία. Κόλαση!
Η Ανάσταση πέρσι στη Βαρκελώνη σίγουρα έγινε χωρίς εμάς. Είχαμε όλες τις καλές προθέσεις, βρήκαμε και την ορθόδοξη εκκλησία, αλλά δεν έχω ιδέα γιατί δεν πήγαμε ούτε τι ακριβώς κάναμε εκείνο το βράδυ. Ίσως φταίει το ότι επρόκειτο για το ταξίδι του μέλιτος, ίσως το ότι η Βαρκελώνη είναι μια εκμαυλιστικά υπέροχη πόλη, πάντως όλα είναι θολά στο μυαλό μου, κι ας έγιναν τόσο πρόσφατα.
Η Ανάσταση του 2002 ήταν η πρώτη χωρίς τη γιαγιά και η πρώτη στην Αθήνα μετά από τόσα και τόσα χρόνια στο χωριό. Η παραμονή της οικογένειας στην Αθήνα ήταν για μένα η μοναδική θετική επίπτωση του θανάτου της γιαγιάς, αν μπορεί κανείς το πει έτσι, σε ένα σπίτι θλιμμένο και άδειο από την παρουσία της (for the years to come as well?).
Στην Ανάσταση στην Αμβέρσα όλα τα έθιμα τηρήθηκαν με τον πλέον παραδοσιακό τρόπο: βάλαμε τα καλά μας, ήμασταν στην ώρα μας στην εκκλησία, είχαμε πάρει τα κεριά μας και όλα τα προστατευτικά συμπράγκαλα για να μεταφέρουμε το φως στο σπίτι και να μην μας μπουζουριάσουν για εμπρηστές/ τρομοκράτες/ ελληνάρες, μεσάνυχτα πράμα σε ξένη χώρα. Οι καμπάνες έκαναν ένα τσικι-τσακα αντί για ντάγκα-ντούγκα, δεδομένου ότι η εκκλησία βρισκόταν στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας (απέξω για γκαράζ την έκανες, όχι για ιερό ναό) και δεν έπρεπε να ξυπνήσουμε τους κατοίκους. Xαιρετηθήκαμε και ευχηθήκαμε αναμεταξύ μας οι λίγοι σχετικά παρευρισκόμενοι, που άγνωστοι ήμασταν μεν, έλληνες δε, και σε κάτι τέτοιες στιγμές θες να την «ακούσεις» την πατρίδα. Γυρίσαμε σπίτι και πέσαμε με τα μούτρα να βοηθάμε την οικοδέσποινα να αυγοκόψει τη μαγειρίτσα.
Φέτος έκανα Ανάσταση από το κρεβάτι, καταραμένη γαστρεντερίτιδα ή κάτι τέτοιο αηδιαστικό, χτύπησες λίγα 24ωρα πριν τη γιορτή και θες και μέρες για να κάνεις τον κύκλο σου, πανάθεμά σε. Το σίγουρο είναι πως ήμουν πάλι στην Αθήνα (και ήταν γαλήνια) και η νύχτα ήταν τόσο διαυγής, που έβλεπες τα πυροτεχνήματα να σκάνε στον ουρανό μέχρι και καμία δεκαριά συνοικίες/ εκκλησίες πιο κάτω.
Χρόνια Πολλά και Καλά!

Δεν υπάρχουν σχόλια: