








everyday blues

Είχα τη φαεινή ιδέα να το ξεκινήσω τέλος γενάρη. Την επίσης φαεινή ιδέα να το κάνω τεράστιο, κουβέρτα. Οπότε, το τελείωσα πριν λίγες μέρες – και είναι δώρο, σιγά μην έπλεκα για μένα.







Στην αρχή, μπορεί και να νομίσεις ότι η ταινία είναι λίγο κωμωδία, ελαφρώς σάτιρα, άντε κομεντί στο πιο βαρύ. Ο γερο-Κλιντ είναι το γεροστραβάδι της γειτονιάς, ο γεροπαράξενος πατέρας, άχαρος παππούς, αγέλαστος οικοδεσπότης. Στο πρώτο μέρος όλα κυλάνε ήρεμα, πολύ διαλογικά, σαν θεατρικό έργο. Αναρωτιέσαι αν βλέπεις σινεμά και δη αμερικάνικο.
Μερικά πράγματα τα έχεις ξαναδεί, ενδεχομένως και να τα έχεις ξανακούσει. Κάποιοι από τους ηθοποιούς που παίζουν τους Χμονγκ δεν παίζουν και τόσο καλά, είναι ερασιτέχνες ή και γω δεν ξέρω τι. Ο Κλιντ είναι σαν να παίζει τον εαυτό του ή κάπως έτσι.
Παρόλαυτά, η ταινία σε τυλίγει και σε φέρνει στον κόσμο της, σε διαπερνά. Σιγά σιγά γίνεσαι πια ένας από τους μετανάστες, κοιτάς και συ περίεργα τον γκριζομάλλη λευκό που εισχωρεί στη γιορτή σου, χαζεύεις το καλογυαλισμένο αυτοκίνητό του, αναρωτιέσαι ποια θα είναι η επόμενη κίνησή του.
Υπήρχαν σημεία στην ταινία που έλεγα, πω πω, τώρα θα γίνει τελείως μελούρα και θα ξενερώσω. Όπως στην επίσκεψη του γιού στα γενέθλια του πατέρα. Ή εκεί που πήγε να εξομολογηθεί στην εκκλησία. Ή εκεί που πήρε τηλέφωνο τον γιό του, αλλά ήξερες ότι τελικά δεν θα τον εμπιστευτεί να του πει το πρόβλημά του. Πώς είναι κάτι κινούμενα σχέδια που πεταρίζουν τα βλεφαράκια τους και εσύ λες «α, τι γλυκούλια»; Έτσι ένιωσα αρκετές φορές παρακολουθώντας το “Gran Torino”.
Θέλω να πω, νιώθω μερικές φορές ότι αυτός ο τύπος μας δουλεύει ψιλό γαζί, είναι ένας σκεπτόμενος σκηνοθέτης ή ένας πανέξυπνος (αλλά λιγότερο συντηρητικός;) Φώσκολος;
Προς το παρόν, παραδέχομαι ότι η ταινία μου άρεσε, πάρα πολύ. Η νωχελική σκηνοθεσία, η μουσική, η αβίαστη ροή που ωστόσο πιέζει τα γεγονότα να φτάσουν στο αγωνιώδες τέλος τους.
Σε κάνει να βλέπεις vintage αυτοκίνητο τύπου ford gran torino και να βουρκώνεις στην ανάμνηση. (Και, καλά να πάθει η εγγονή του, πήγαινε γυρεύοντας…)
Είναι η γαστρονομία μια σύγχρονη μορφή τέχνης;
Ε, δεν θα κάτσω να ασχοληθώ με φιλοσοφικά ερωτήματα, όταν έχω μπροστά μου ένα βασανιστικά νόστιμο πιάτο φαΐ…
Βασανιστικά, γιατί πόσο φαΐ να φάει ένας άνθρωπος σε ένα εστιατόριο, ώστε να μπορέσει μετά να ξεσφηνώσει από την καρέκλα και να πάει σπίτι του; Οι μερίδες ήταν μεγάλες, χορταστικότατες, αλλά τόσο προσεκτικά μαγειρεμένες (και παρουσιασμένες στο πιάτο).
Αναφέρομαι στο “Dakos”, το εστιατόριο του Χριστόφορου Πέσκια. Έχει κάνει πολλά ωραία πράγματα στη ζωή του ως σεφ, στέκομαι σε αυτό όμως, γιατί η ιδέα είναι απλή, ωστόσο ιδιοφυής. Και την κάνει να φαίνεται τόσο εύκολη στην πραγματοποίηση (λέω τώρα εγώ).
Επικεντρώνεται στην Κρητική κουζίνα και φτιάχνει μαγευτικά πράγματα. Ελάχιστα μπόρεσα να δοκιμάσω αυτή τη μία φορά που πήγα, αλλά θέλω οπωσδήποτε να επιστρέψω. Είναι από τις περιπτώσεις που λες πάω να τσιμπήσω κάτι (λίγο), και βλέπεις τον κατάλογο και κολλάει το μυαλό σου από την πληθώρα των επιλογών, και καταλήγεις να ξεπεράσεις τα όρια.
Παραγγέλνεις κάτι μπουκιές, σου έρχεται ένας «αναδομημένος» ντάκος και από πάνω μπουκίτσες χελιού, κάτι σαν ελληνικό σούσι, τόσο σε γεύση όσο και σε σερβίρισμα. Η σαλτσούλα που τα περιχύνεις είναι όλα τα λεφτά, με το δενδρολίβανό του, και το λαδάκι και το ξιδάκι, και στην άκρη κάποια στοιχεία πράσου αντί για wasabi, αλλά δεν είμαι και μάγειρας να ξέρω όλα τα υλικά…
Τολμάς στη συνέχεια να πάρεις τη σαλάτα με το απάκι, που είναι ένα είδος χοιρινού, ελπίζεις όχι πολύ παχύ και λιγδερό. Ευτυχώς, είναι απλά τέλειο, συνοδεύει την πρασινάδα της σαλάτας και εξισορροπεί όμορφα τη γλύκα του ξηρού σύκου, του μελιού και του κουκουναριού της μαρινάδας, ενώ κοντράρει στα ίσα την ξινάδα της λιαστής τομάτας. Αριστούργημα.
Ήδη έχεις τσαλαβουτήσει στο λαδάκι που έρχεται στην αρχή τα 2 διαφορετικά ψωμάκια και τα 2 διαφορετικά παξιμάδια που σου έχουν σερβιριστεί, τα μεν ζεστά, τα δε τραγανιστά. Και τα δύο, κολασμένα νόστιμα.
Αλλά έφτασες ως εδώ και να μην πάρεις κυρίως; Όχι βέβαια. Και να η μακαρονάδα με το πέστο από κρητικό τυρί και άνηθο και δεν ξέρω γω τι άλλα μυρωδικά, ένα βουνό από γεύσεις και ευωδίες.
Και να και οι πιτούλες, ζυμωμένες με αλεύρι κι λάδι, πολύ λεπτές, ανεπαίσθητα τραγανές, αέρινες, καθόλου βαριές, όπου τυλίγεις ό,τι κρεατικό θες (ή παραγγείλεις τελοσπάντων) και σου έρχεται με 4 συνοδευτικές σαλτσούλες/γεμίσεις. Γεμίζεις την πίτα κατά βούληση, τυλίγεις, τη χλαπακιάζεις, αλλά με προσοχή να μην ξεχυθούν τα ζουμιά, προχωράς στην επόμενη, και κάπου εκεί σου παρουσιάζεται το θεματάκι με το κούμπωμα του παντελονιού, αλλά δε βαριέσαι.
Έχει και κάτι ωραία γλυκά, δυστυχώς, δεν μπόρεσα να δοκιμάσω - αυτό είναι το τίμημα της πολλής παπάρας και της τυλιχτής πίτας. Ωστόσο, το παγωτάκι δεν θεωρείται γλυκό, ίσα που ξεπλένει το στόμα από την κρεατίλα, σωστά; Δοκίμασε το συνδυασμό καϊμάκι-κανέλα-σοκολάτα και θα καταλάβεις. Χειροποίητο είναι το παγωτό; Δεν γνωρίζω, μάλλον παραήμουν σκασμένη και ζαλισμένη για να ρωτήσω.
Τα παιδιά του σέρβις πάντως ήταν ανθρώπινα ευγενικά, επικοινωνιακά, άκρως εξυπηρετικά. Και ο χώρος είναι πολύ ωραίος. Και η λίστα κρασιών ό,τι πρέπει. Ορίστε, όλα τα στοιχεία μας κριτικής εστιατορίου τα συμπεριέλαβα. Οι τιμές μου φάνηκαν λογικές για αυτά που έφαγα, όχι φτήνια, αλλά ούτε κλέψιμο. Το σίγουρο είναι ότι είχα καιρό να απολαύσω τόσο πολύ φαγητό έξω.